Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν επίσημα την αποχώρησή τους από τον OPEC και το ευρύτερο πλαίσιο του OPEC+, αφαιρώντας έναν κεντρικό πυλώνα από μία από τις ισχυρότερες ομάδες στον ενεργειακό χάρτη. Η κίνηση της χώρας του Κόλπου, η οποία διαθέτει δυναμικότητα παραγωγής περίπου 4,8 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα και σημαντικά περιθώρια αύξησης της εξόρυξης, έγινε γνωστή την Τρίτη, με το κράτος να επικαλείται την ανάγκη επικέντρωσης στα «εθνικά συμφέροντα». Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή, καθώς ο πόλεμος των ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν έχει προκαλέσει ένα ιστορικό ενεργειακό σοκ.
Ο OPEC, με έδρα τη Βιέννη στην Αυστρία, ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1960 κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης της Βαγδάτης από το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και τη Βενεζουέλα, με στόχο τον συντονισμό των πολιτικών πετρελαίου και την απόκτηση ελέγχου έναντι των δυτικών εταιρειών. Σήμερα, ο οργανισμός ελέγχει περίπου το 30% της παγκόσμιας προσφοράς, ενώ μέσω του OPEC+ —συνεργαζόμενος με χώρες όπως η Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν— το ποσοστό αυτό αγγίζει το 41%.
Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η οποία θα τεθεί σε ισχύ την 1η Μαΐου, αποτελεί πλήγμα, καθώς η χώρα ήταν ένα από τα λίγα μέλη με σημαντική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Πέρα από τους οικονομικούς λόγους, η απόφαση αντικατοπτρίζει μια αυξανόμενη απόκλιση από τη Σαουδική Αραβία, τόσο σε γεωπολιτικά ζητήματα όπως η Υεμένη, όσο και στη στρατηγική επιλογή του Άμπου Ντάμπι να ενισχύσει τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ του 2020.