Η ανοικοδόμηση του συστήματος υγείας στη Συρία είναι το κλειδί για να μπορέσει η χώρα να αφήσει πίσω της τα δεινά του πολέμου και να βαδίσει προς την ανάκαμψη. Παρά τις πρόσφατες συνομιλίες υψηλού επιπέδου στις Βρυξέλλες, όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση δρομολόγησε επένδυση 14 εκατομμυρίων ευρώ για την αποκατάσταση του νοσοκομείου Ar-Rastan στην Homs, το χάσμα μεταξύ των αναγκών των επιστρεφόντων και των διαθέσιμων υπηρεσιών παραμένει χαοτικό.
Μετά από 14 χρόνια συγκρούσεων, η δημόσια υγεία στη Συρία βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Έκθεση της οργάνωσης Relief International αποκαλύπτει το μέγεθος της καταστροφής: από τα 3,7 εκατομμύρια Σύρους που έχουν επιστρέψει στις εστίες τους, πολλοί δεν βρίσκουν καμία υποδομή για να τους περιθάλψει. Στο Deir Az Zor, το 78% των επιστρεφόντων δήλωσε ότι δεν υπάρχει πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα, ενώ στην περιοχή al-Tebni, το 41% των νοικοκυριών ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να λάβει επείγουσα βοήθεια τους τελευταίους έξι μήνες.
Η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Παιδιά καταφθάνουν με οξύ υποσιτισμό, ενήλικες με χρόνια νοσήματα, όπως διαβήτης και υπέρταση, στερούνται τα απαραίτητα φάρμακα, ενώ οι έγκυες γυναίκες στερούνται βασικής μαιευτικής φροντίδας. Επιπλέον, το 86% των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα παρουσιάζει συμπτώματα άγχους και ψυχολογικής δυσφορίας, αντικατοπτρίζοντας τις «αόρατες πληγές» του πολέμου. Παράλληλα, το 28% του πληθυσμού –ένα ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο– ζει με κάποια μορφή αναπηρίας, συχνά εξαιτίας της εκτεταμένης μόλυνσης από νάρκες και εκρηκτικά.
Για να υπάρξει μέλλον, η διεθνής κοινότητα πρέπει να επενδύσει στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, ενισχύοντας τα κέντρα υγείας, το ιατρικό προσωπικό και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η υγεία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά το θεμέλιο της ίδιας της ζωής. Η πρόσφατη συνάντηση στις Βρυξέλλες ήταν ένα πρώτο βήμα, ωστόσο απαιτούνται πολυετείς επενδύσεις και τεχνική βοήθεια για να μετατραπεί η ελπίδα για ένα υγιές και ευημερούν μέλλον σε πραγματικότητα για τον συριακό λαό.