Η πρόσφατη απόφαση του πρωθυπουργού του Ιράκ, Ali al-Zaidi, να προχωρήσει στη σύλληψη 47 αξιωματούχων, βουλευτών και πολιτικών, αποτελεί αναμφίβολα ένα ηχηρό μήνυμα. Ωστόσο, για όσους παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στη χώρα, είναι σαφές ότι πρόκειται μόλις για το πρώτο βήμα σε μια μακρά και επίπονη εκστρατεία. Η διαφθορά στο Ιράκ δεν είναι ένα περιστασιακό φαινόμενο, αλλά ένα συστημικό πρόβλημα που απαιτεί ριζικές αλλαγές.
Οι συλλήψεις αυτές φέρεται να συνδέονται με έρευνα που αφορά τον υφυπουργό Πετρελαίου για θέματα διύλισης, Adnan al-Jumaili, ενώ μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνονται περίπου δώδεκα μέλη του κοινοβουλίου, των οποίων ήρθη η ασυλία. Η δομή του κράτους, βασισμένη στο μοντέλο διαμοιρασμού εξουσίας που καθιερώθηκε μετά το 2003, έχει μετατρέψει τα υπουργεία σε «εργοστάσια χρήματος» για τις πολιτικές ομάδες που τα ελέγχουν.
Το πρόβλημα περιπλέκεται από την παρουσία πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από το Ιράν, οι οποίες έχουν διεισδύσει βαθιά στην κυβέρνηση και την οικονομία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Muhandis General Company, ένας γιγαντιαίος όμιλος που ιδρύθηκε με κρατικά κονδύλια και δραστηριοποιείται σχεδόν σε κάθε κλάδο της ιρακινής οικονομίας. Η εταιρεία αυτή φέρει το όνομα του Abu Mahdi al-Muhandis, του ηγέτη της πολιτοφυλακής που εξουδετερώθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2020.
Για τον Ali al-Zaidi, η πρόκληση είναι τεράστια. Ανέλαβε την εξουσία με τη στήριξη πολλών εκ των πολιτικών και ηγετών πολιτοφυλακών που τώρα καλείται να αντιμετωπίσει. Ενόψει της επίσκεψής του στην Ουάσιγκτον τον Ιούλιο, η κίνηση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια επίδειξης βούλησης. Ωστόσο, η πραγματική μάχη κατά της διαφθοράς στο Ιράκ απαιτεί την αποδόμηση ενός συστήματος όπου τα κόμματα διατηρούν δικούς τους στρατούς, παραμένοντας συχνά πιο πιστά στην Τεχεράνη παρά στη Βαγδάτη.