Σε μια κίνηση που αλλάζει άρδην τα δεδομένα στο διεθνές εμπόριο, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, επέβαλε νέους δασμούς που κυμαίνονται από 10% έως 12,5% σε 60 χώρες, οι οποίες αντιστοιχούν στο 99% των αμερικανικών εισαγωγών. Η απόφαση, η οποία τέθηκε σε ισχύ την Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026, ήρθε ως άμεση απάντηση στη λήξη των προσωρινών δασμών που είχε επιβάλει η αμερικανική κυβέρνηση μετά την απόρριψη προηγούμενων μέτρων από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Ο Αμερικανός Αντιπρόσωπος Εμπορίου, Jamieson Greer, δικαιολόγησε την απόφαση υποστηρίζοντας ότι οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ δεν επιβάλλουν επαρκείς απαγορεύσεις σε προϊόντα που παράγονται μέσω καταναγκαστικής εργασίας, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα ως σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, οι χώρες που διαθέτουν εθνική νομοθεσία κατά της εισαγωγής προϊόντων από καταναγκαστική εργασία, όπως η Ινδία, το Πακιστάν και η Αργεντινή, επιβαρύνονται με δασμό 10%. Αντίθετα, κράτη που δεν έχουν θεσπίσει ανάλογους νόμους, όπως η Κίνα και το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετωπίζουν υψηλότερο δασμό της τάξεως του 12,5%.
Η νομική βάση για αυτά τα νέα μέτρα στηρίζεται στο άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974 (Trade Act of 1974). Πρόκειται για μια πιο «ανθεκτική» νομική οδό σε σχέση με την προηγούμενη προσπάθεια του Trump μέσω του νόμου IEEPA, ο οποίος κρίθηκε ανεπαρκής από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναλυτές, όπως ο John Diamond του Baker Institute, εκτιμούν ότι τα δικαστήρια ενδέχεται να μην ακυρώσουν αυτή τη φορά τους δασμούς, παρά τις έντονες αμφιβολίες για το αν πράγματι 60 εμπορικοί εταίροι βασίζονται σε καταναγκαστική εργασία.
Οι εξελίξεις δεν σταματούν εδώ, καθώς το γραφείο του Greer έχει ήδη ξεκινήσει έρευνα για 16 χώρες σχετικά με την υπερπαραγωγή αγαθών, γεγονός που προμηνύει νέες εμπορικές εντάσεις στο άμεσο μέλλον.