Στις 23 Ιουνίου 2016, η Βρετανία πήρε μια απόφαση που θα άλλαζε την πορεία της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Με ποσοστό 51,9% υπέρ της αποχώρησης έναντι 48,1% υπέρ της παραμονής, το Ηνωμένο Βασίλειο επέλεξε να αποκοπεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, υποσχόμενο μια νέα, ευημερούσα εποχή. Δέκα χρόνια μετά, η ανάλυση των στοιχείων αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Η οικονομία της χώρας παραμένει μικρότερη από ό,τι θα ήταν εντός του ευρωπαϊκού μπλοκ, ενώ οι υποσχέσεις για έλεγχο της μετανάστευσης δεν εκπληρώθηκαν, με τις καθαρές αφίξεις να καταγράφουν ιστορικά υψηλά το 2023. Παρά την εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων το 2025, τα νούμερα παραμένουν σε επίπεδα ανώτερα από εκείνα της προ-Brexit εποχής.
Στον τομέα του εμπορίου, οι συνέπειες είναι εμφανείς. Οι νέες γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι έλεγχοι στα σύνορα και τα πιστοποιητικά προϊόντων έχουν επιβαρύνει τις επιχειρήσεις με κόστος δισεκατομμυρίων, πλήττοντας κυρίως τις μικρότερες εταιρείες. Ενδεικτικό είναι πως, σύμφωνα με την HSBC, οι συνοριακοί έλεγχοι κόστισαν στη χώρα 4,7 δισεκατομμύρια λίρες έως το 2024.
Την ίδια στιγμή, η αξία της στερλίνας δεν έχει ανακάμψει στα προ του 2016 επίπεδα. Μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, το νόμισμα κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση της σύγχρονης ιστορίας του, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές για τους καταναλωτές. Όσον αφορά τη νομοθεσία, αν και η χώρα απέκτησε τη δυνατότητα να διαφοροποιηθεί από το ευρωπαϊκό δίκαιο, η διαδικασία αποδείχθηκε αργή, καθώς μόλις το ένα τρίτο των 6.800 ευρωπαϊκών κανονισμών έχει τροποποιηθεί ή καταργηθεί μέχρι σήμερα.

Η κοινή γνώμη φαίνεται πλέον να έχει αλλάξει ριζικά. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov τον Ιούνιο του 2026, το 57% των Βρετανών θεωρεί πλέον λανθασμένη την απόφαση αποχώρησης, ενώ το 52% τάσσεται υπέρ μιας νέας αίτησης για επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.