Η ομάδα του Βίσεγκραντ, το σχήμα συνεργασίας τεσσάρων κρατών της Κεντρικής Ευρώπης, επιχείρησε πρόσφατα στη Βουδαπέστη μια δυναμική επιστροφή στο προσκήνιο, έπειτα από δύο χρόνια έντονης εσωστρέφειας. Με τον Peter Magyar να διαδέχεται τον Viktor Orban στην πρωθυπουργία της Ουγγαρίας, υιοθετώντας μια πιο ευέλικτη και φιλοευρωπαϊκή στάση, δημιουργήθηκε ένα παράθυρο ευκαιρίας για την αποκατάσταση των σχέσεων με την Πολωνία και την Τσεχία.
Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει σύνθετη. Ενώ οι ηγέτες συμφώνησαν στον συντονισμό τους ενόψει των συνόδων κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην προώθηση υποδομών, όπως η σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας που θα συνδέει τη Βουδαπέστη, την Μπρατισλάβα και την Πράγα, τα αγκάθια παραμένουν. Το φιλόδοξο σιδηροδρομικό έργο, μήκους 750 χιλιομέτρων, στοχεύει στην εξασφάλιση χρηματοδότησης έως 85% από ευρωπαϊκά κονδύλια, αποτελώντας ένα κρίσιμο διαπραγματευτικό χαρτί για την περιοχή.
Το πιο ακανθώδες ζήτημα αφορά την ενέργεια. Παρά τις πιέσεις του Donald Tusk για πλήρη απεξάρτηση από τα ρωσικά καύσιμα, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία αρνούνται να επιβαρυνθούν με το κόστος του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) που διοχετεύεται μέσω Πολωνίας, θεωρώντας τις τιμές της Βαρσοβίας κερδοσκοπικές. Παράλληλα, οι πολωνικές επιδιώξεις για αναβάθμιση του στρατιωτικού ρόλου της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της επιδίωξης για συμμετοχή σε μηχανισμούς πυρηνικού διαμοιρασμού του NATO, προκαλούν έντονη ανησυχία στους γείτονές της. Η Πολωνία επιδιώκει να καταστεί ο βασικός σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή, όμως η στρατηγική αυτή διευρύνει το ρήγμα εντός του V4, καθώς οι υπόλοιπες χώρες φοβούνται ότι μετατρέπονται σε “πλατφόρμα” αντιπαράθεσης, ενώ τα παλαιά ιστορικά κατάλοιπα και οι εσωτερικές πολιτικές κόντρες παραμένουν ενεργές.