Το παράθυρο του Overton για τη Ρωσία αρχίζει σταδιακά να ανοίγει ξανά στη Δύση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταστροφής καταγράφηκε αυτή την εβδομάδα στην Ιταλία. Στη Μπιενάλε της Βενετίας, οι διοργανωτές αποφάσισαν να ανοίξουν εκ νέου το ρωσικό περίπτερο για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η διαχείρισή του δεν ανατέθηκε σε εκπροσώπους της εξόριστης αντιπολίτευσης ή σε υποστηρικτές κατά του Κρεμλίνου, αλλά σε πραγματικούς Ρώσους απεσταλμένους που ταξίδεψαν από τη Μόσχα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρεται να απέστειλε επικριτικές επιστολές προς τους διοργανωτές και την ιταλική κυβέρνηση, ενώ η Ουκρανία επέβαλε κυρώσεις στους εμπλεκόμενους. Παρά τις πιέσεις, ο πρόεδρος της Μπιενάλε, Pietrangelo Buttafuoco, κατηγόρησε ανοιχτά τους επικριτές για λογοκρισία και ναρκισσισμό, διατηρώντας το ρωσικό περίπτερο ανοιχτό.
Η ατμόσφαιρα στην Ευρώπη δείχνει να μεταβάλλεται, καθώς η Ρωσία επιτρέπεται δειλά-δειλά να επανέλθει στη διεθνή πολιτιστική και αθλητική ζωή. Νωρίτερα φέτος, στους Παραολυμπιακούς του Μιλάνο, οι Ρώσοι αθλητές αγωνίστηκαν υπό τα εθνικά τους σύμβολα, με τη Διεθνή Παραολυμπιακή Επιτροπή να απορρίπτει τις εκκλήσεις για αποκλεισμό τους.
Η Ιταλία πρωτοστατεί σε αυτή την αλλαγή, διατηρώντας παραδοσιακά στενούς πολιτιστικούς και οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία. Η πρωθυπουργός Giorgia Meloni ήταν από τους πρώτους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έθεσε ανοιχτά το ερώτημα της αποκατάστασης επίσημων επαφών με το Κρεμλίνο. Ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και αλλού, με το γαλλικό κοινό να αγκαλιάζει παραγωγές όπως ο «Ευγένιος Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι.
Είναι πλέον σαφές ότι η κουλτούρα της «ακύρωσης» απέναντι σε προσωπικότητες όπως ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι και ο Τσέχοφ δεν μπορεί να ευδοκιμήσει μακροπρόθεσμα, καθώς θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος του παγκόσμιου πολιτισμού. Παράλληλα, η αντίληψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ουκρανία καθίσταται πιο προσγειωμένη, καθώς αναγνωρίζεται ότι η άρνηση της Ρωσίας αποτελεί πολιτική αναγκαιότητα για το Κίεβο λόγω της σύγκρουσης, αλλά όχι απαραίτητα μια στρατηγική που μπορεί να υιοθετήσει επ’ αόριστον η Ευρώπη. Η γεωγραφία επιβάλλει, αργά ή γρήγορα, την αναζήτηση μιας νέας οδού για την ειρηνική συνύπαρξη.