Η απόφαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να επιβάλει νέους, σαρωτικούς δασμούς, επικαλούμενη την ανάγκη καταπολέμησης της καταναγκαστικής εργασίας, έχει προκαλέσει κύμα διαμαρτυριών και έντονο προβληματισμό στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της χώρας. Τα μέτρα, που τέθηκαν σε ισχύ την Παρασκευή, πλήττουν αγαθά από 60 οικονομίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 99% των αμερικανικών εισαγωγών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Νορβηγία, η Ιαπωνία και η Κίνα αμφισβήτησαν ευθέως τη νομιμότητα και το σκεπτικό πίσω από την απόφαση. Η επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Kaja Kallas, απέρριψε τις αμερικανικές αιτιάσεις ως αβάσιμες, τονίζοντας ότι το ευρωπαϊκό μπλοκ διαθέτει ισχυρότερη προστασία για τους εργαζομένους από ό,τι οι ΗΠΑ. «Διαθέτουμε άδειες μετ’ αποδοχών και πολύ καλές συνθήκες εργασίας, επομένως η απόφαση δεν έχει πραγματική βάση», δήλωσε χαρακτηριστικά η Kaja Kallas, προσθέτοντας ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από προβλεψιμότητα στις εμπορικές τους συναλλαγές.
Παράλληλα, η Αυστραλία χαρακτήρισε τα μέτρα «αδικαιολόγητα», ενώ η Βραζιλία κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι χρησιμοποιεί τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πρόσχημα για την επιβολή εμπορικών περιορισμών. Η Νορβηγία υποστήριξε πως δεν υπάρχει βάση για τέτοια μέτρα, με την Ιαπωνία και την Κίνα να απορρίπτουν επίσης τους ισχυρισμούς.
Οι νέοι δασμοί κυμαίνονται από 10% έως 12,5%, αντικαθιστώντας τον προσωρινό καθολικό δασμό 10% που έληξε την Παρασκευή. Από τα μέτρα εξαιρούνται το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα, συγκεκριμένα τρόφιμα, τα αεροσκάφη και τα κρίσιμα ορυκτά. Ο εκπρόσωπος εμπορίου των ΗΠΑ, Jamieson Greer, υπεραμύνθηκε της κίνησης υποστηρίζοντας ότι οι δασμοί στοχεύουν στην αντιμετώπιση τόσο των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι ο βασικός στόχος της κυβέρνησης Trump είναι η οικοδόμηση ενός νέου συστήματος παγκόσμιων δασμών σε ισχυρότερη νομική βάση, μετά την ακύρωση των προηγούμενων μέτρων από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.