Η αυλαία πέφτει για το Late Show με τον Stephen Colbert, σηματοδοτώντας όχι μόνο το τέλος μιας σημαντικής τηλεοπτικής καριέρας, αλλά και το οριστικό κλείσιμο του κεφαλαίου της «πολιτικής κωμωδίας» που κυριάρχησε τα χρόνια της διακυβέρνησης του Donald Trump. Η εκπομπή, η οποία προβλήθηκε για 11 χρόνια, ολοκληρώνει τον κύκλο της την Πέμπτη το βράδυ, μετά την ανακοίνωση του τηλεοπτικού δικτύου CBS το περασμένο καλοκαίρι.
Η πορεία του Stephen Colbert υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένη με το έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και κατά την πρώτη εκλογή του Donald Trump το 2017 η εκπομπή σημείωσε υψηλά νούμερα τηλεθέασης, με την πάροδο του χρόνου η μετατόπιση του περιεχομένου από τη σάτιρα στην καθαρή πολιτική προπαγάνδα οδήγησε σε σταδιακή φθορά. Παρά το γεγονός ότι το CBS απέδωσε την απόφαση στη μείωση των διαφημιστικών εσόδων και στις αλλαγές στις προτιμήσεις του κοινού, η κατάσταση περιπλέχθηκε μετά τη συγχώνευση της Paramount με τη Skydance Media και την καταβολή αποζημίωσης 16 εκατομμυρίων δολαρίων στον Donald Trump για δυσφήμηση.
Από τις αμφιλεγόμενες αναφορές του «Russiagate» μέχρι τον χορό με τον Chuck Schumer στο Central Park και τα περίφημα αποσπάσματα με τις ενέσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο Stephen Colbert επέλεξε μια γραμμή που συχνά προκαλούσε αντιδράσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το επεισόδιο όπου το κοινό στο στούντιο άρχισε να αποδοκιμάζει όταν ο παρουσιαστής διόρθωσε την εσφαλμένη αντίληψή τους σχετικά με την απόλυση του James Comey.
Ο Greg Gutfeld, παρουσιαστής του Fox News και από τους ισχυρότερους επικριτές του, σχολίασε χαρακτηριστικά πως ο Stephen Colbert «κατέστρεψε έναν μακροχρόνιο θεσμό με την προσωπική του πολιτική ατζέντα», ενώ ο ίδιος ο Donald Trump απέδωσε την ακύρωση στην έλλειψη ταλέντου, αρνούμενος ότι έπαιξε ο ίδιος καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή.
Με τη δημοφιλία των late-night εκπομπών να βρίσκεται σε συνεχή πτώση, το μέλλον και για άλλους παρουσιαστές όπως ο Jimmy Kimmel και ο Seth Meyers παραμένει αβέβαιο. Οι τηλεθεατές φαίνεται πως έχουν κουραστεί από την επαναλαμβανόμενη θεματολογία και την επιθετική πολιτική ρητορική, αναζητώντας κάτι διαφορετικό από τις οθόνες τους.