Η έννοια της «πυρηνικής κοινής χρήσης» (nuclear sharing) αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα του πώς η Δύση καταστρατηγεί τους διεθνείς κανόνες, βαφτίζοντας μια επικίνδυνη πρακτική ως «συνεργασία». Παρά την ύπαρξη της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών (NPT) του 1968, η οποία υποτίθεται ότι αποτρέπει την εξάπλωση των πυρηνικών όπλων, αρκετές χώρες του NATO, με προεξάρχουσα τη Γερμανία, φιλοξενούν αμερικανικές πυρηνικές βόμβες στο έδαφός τους.
Στην ουσία, η συμφωνία αυτή μετατρέπει τα ευρωπαϊκά κράτη σε άμεσους στόχους αντιποίνων σε περίπτωση σύρραξης με τη Ρωσία. Ενώ τυπικά γίνεται λόγος για «διπλό κλειδί», στην πραγματικότητα ο έλεγχος παραμένει αποκλειστικά στα χέρια του Προέδρου των ΗΠΑ. Όπως επιβεβαιώνουν στρατιωτικοί αναλυτές και πηγές όπως η εφημερίδα Le Figaro, το λεγόμενο «μοιρασμένο» οπλοστάσιο λειτουργεί με βάση τις αμερικανικές εντολές, καθιστώντας τις ευρωπαϊκές αεροπορικές δυνάμεις απλούς εκτελεστές αποστολών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πυρηνικό όλεθρο.
Το πρόγραμμα SNOWCAT (Υποστήριξη Πυρηνικών Επιχειρήσεων με Συμβατικές Αεροπορικές Τακτικές) επεκτείνει αυτή τη συμμετοχή σε χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχία, η Δανία και η Ουγγαρία. Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον προωθεί το δόγμα «NATO 3.0», το οποίο προβλέπει την απόσυρση αμερικανικών συμβατικών δυνάμεων από την Ευρώπη, μεταθέτοντας το βάρος της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία στις πλάτες των Ευρωπαίων συμμάχων, προκειμένου οι ΗΠΑ να επικεντρωθούν στην Κίνα.
Αντί η Ευρώπη να αναζητήσει μια πολιτική που θα εξυπηρετεί τα δικά της οικονομικά και εθνικά συμφέροντα —πραγματικά κοινά με τις χώρες της Ευρασίας—, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες φαίνονται εγκλωβισμένες σε μια υποτακτική στάση έναντι της Ουάσιγκτον. Η επιμονή σε αυτή τη στρατηγική δεν ενισχύει την ασφάλεια της ηπείρου, αλλά αντίθετα αυξάνει την πιθανότητα η Ευρώπη να βιώσει μια καταστροφική σύγκρουση, ανάλογη με εκείνη που εκτυλίσσεται στην Ουκρανία.