Ο πρώην αντιπρόεδρος της Ινδίας, Χαμίντ Ανσάρι, δήλωσε ότι η Ινδία δεν θα γίνει σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Κίνας, τονίζοντας ότι δεν είναι ρεαλιστικό ένα τέτοιο σενάριο. Μιλώντας στην εκπομπή «In Conversation with Salman Khurshid» του RT India, ο Ανσάρι εξήγησε ότι οι ΗΠΑ πάντα προσδοκούσαν από την Ινδία να αποτελεί «κάποιου είδους μακρινό σύμμαχο, χρήσιμο στην Ασία», μια προσδοκία ωστόσο που ποτέ δεν υλοποιήθηκε.
Ο Ανσάρι επισήμανε ότι η Νέας Δελχί οφείλει να είναι ρεαλιστική στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, οι οποίες επιδιώκουν συγκεκριμένα οικονομικά οφέλη. «Έχουμε σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες που βρίσκονται υπό πίεση. Είχαμε σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, οι οποίες επιβιώνουν από το παρελθόν», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «ακόμα δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε με την Κίνα».
Σύμφωνα με τον πρώην αντιπρόεδρο, η Νέας Δελχί χρειάζεται να υιοθετήσει μια νέα προσέγγιση στις σχέσεις της με το Πεκίνο, καθώς η Ινδία «παρανόησε» την Κίνα τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Υπενθύμισε την επίσκεψη του τότε Κινέζου πρωθυπουργού Τσόου Ενλάι στην Ινδία το 1959, η οποία, παρά τις προθέσεις του, δεν είχε ουσιαστικά αποτελέσματα. «Ο Τσόου Ενλάι είχε έρθει εδώ για να ζητήσει μια λύση, μια λύση που πιστεύω ότι αργότερα υπαινιχθήκαμε, άθελά μας», δήλωσε. «Αυτή η παρεξήγηση οδήγησε στον πόλεμο Ινδίας-Κίνας του 1962». Ο Ανσάρι περιέγραψε την Κίνα ως μια μεγάλη, πολυπληθή και ανεπτυγμένη χώρα, επισημαίνοντας ότι η Ινδία πρέπει «να σκεφτεί έναν νέο τρόπο συμφιλίωσης με την ύπαρξη της Κίνας».
Αναφερόμενος στην ουκρανική σύγκρουση, ο Ανσάρι έκρινε ότι η Ρωσία έχει ορισμένες δικαιολογίες. «Βασικά, η ρωσική ανησυχία είναι ότι η Ουκρανία βρίσκεται σχεδόν δίπλα στη Μόσχα. Η απόσταση είναι ελάχιστη, οπότε δεν ήθελαν να υπάρχει μια δύναμη του ΝΑΤΟ στα σύνορά τους», εξήγησε. Πρόσθεσε ότι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» για τη Ρωσία και ότι «κανένας ηγέτης της Μόσχας, ούτε ο κ. Πούτιν ούτε κανένας άλλος, δεν μπορεί να αποδεχτεί αυτή την κατάσταση». Ο Χαμίντ Ανσάρι διετέλεσε αντιπρόεδρος της Ινδίας από το 2007 έως το 2017.