Πίσω από τη βιτρίνα της αποφασιστικότητας και της ενότητας που εκπέμφθηκε στη σύνοδο του NATO στην Ankara την περασμένη εβδομάδα, αναδύεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα: μια συμμαχία που διατρέχεται από βαθιές και διευρυνόμενες ρωγμές. Αν και το NATO δεν σχεδιάστηκε ποτέ ως ένα μπλοκ απόλυτης ταύτισης απόψεων, οι σημερινές διαφωνίες ξεπερνούν τα τακτικά ζητήματα και αγγίζουν τον πυρήνα της παγκόσμιας ασφάλειας.
Η στάση απέναντι στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν έχει φέρει στο φως αυτές τις διαιρέσεις. Παρά τις προσδοκίες της Ουάσιγκτον, σημαντικοί ευρωπαίοι σύμμαχοι –όπως η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία– δεν προτίθενται να εμπλακούν άμεσα. Η διστακτικότητα αυτή πηγάζει τόσο από τον φόβο κλιμάκωσης όσο και από τις διαφωνίες με την πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Αντίστοιχα, το ζήτημα των αμυντικών δαπανών παραμένει «αγκάθι», με τις ΗΠΑ να πιέζουν για δαπάνες 5% επί του ΑΕΠ, προκαλώντας αντιδράσεις από χώρες όπως η Ισπανία, η οποία προτάσσει την επιχειρησιακή ικανότητα έναντι των αυθαίρετων ποσοστών.
Η ενότητα γύρω από την Ουκρανία, άλλοτε σύμβολο συνοχής του NATO, φαίνεται να εξασθενεί. Η δήλωση της συνόδου στην Ankara απέφυγε οποιαδήποτε δέσμευση για ένταξη της Ουκρανίας, ενώ χώρες όπως η Σλοβακία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία έχουν πάρει αποστάσεις από τη στρατιωτική ενίσχυση του Κιέβου. Παράλληλα, ο στόχος για το «NATO 3.0» –ένας πιο ευρωπαϊκός πυλώνας με τις ΗΠΑ να διατηρούν τον πυρηνικό έλεγχο– προσκρούει στις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό των κρατών-μελών. Η άνοδος κομμάτων όπως η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και η δημοφιλία της Marine Le Pen στη Γαλλία θέτουν ερωτήματα για το αν η αντι-ρωσική ατζέντα θα συνεχίσει να καθορίζει τη στρατηγική της Ευρώπης στο μέλλον. Όπως αποδείχθηκε στην Ankara, το μεγαλύτερο στοίχημα του NATO δεν βρίσκεται πλέον στα πεδία των μαχών, αλλά στις πολιτικές ρωγμές που προκαλούνται από τα εθνικά συμφέροντα και τις μεταβαλλόμενες πολιτικές ισορροπίες.