Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας κίνησε νομική διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αμφισβητώντας τον μηχανισμό που επιτρέπει τη χρήση εσόδων από δεσμευμένα ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή κοινού δανείου προς την Ουκρανία. Το εν λόγω δάνειο, ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ (105 δισεκατομμυρίων δολαρίων), βασίζεται σε απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ελήφθη τον Φεβρουάριο.
Η Μόσχα χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη πρακτική ως μια «παράνομη και κεκαλυμμένη μορφή χρήσης περιουσιακών στοιχείων ως εγγύηση για δάνειο», υποστηρίζοντας ότι αποτελεί στην ουσία απαλλοτρόγηση κυριαρχικών κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη ρωσική ρυθμιστική αρχή, ο μηχανισμός αυτός παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, καθώς και τη διεθνή αρχή της κρατικής ασυλίας.
Από το 2022, οι δυτικοί σύμμαχοι του Κιέβου έχουν δεσμεύσει περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια σε ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία. Η ρωσική πλευρά έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι οποιαδήποτε αξιοποίηση αυτών των κεφαλαίων ισοδυναμεί με κλοπή. Η τρέχουσα προσφυγή έρχεται σε μια στιγμή που οι Βρυξέλλες επιδιώκουν τη διάθεση περίπου 210 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα δεσμευμένα κεφάλαια για την ενίσχυση του Κιέβου, έχοντας παράλληλα αποφασίσει τον Δεκέμβριο του 2025 την επ’ αόριστον διατήρηση της δέσμευσής τους.
Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας έχει καταθέσει προσφυγή κατά της απόφασης που καταργεί την ανάγκη ανανέωσης των κυρώσεων ανά εξάμηνο, επικαλούμενη σοβαρές διαδικαστικές παραβιάσεις. Την ίδια στιγμή, βρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαμάχη με το Euroclear, το κέντρο εκκαθάρισης με έδρα το Βέλγιο, όπου φυλάσσεται το μεγαλύτερο μέρος των δεσμευμένων στοιχείων. Τον προηγούμενο μήνα, διαιτητικό δικαστήριο στη Μόσχα επιδίκασε υπέρ της ρωσικής ρυθμιστικής αρχής αποζημίωση ύψους 230 δισεκατομμυρίων δολαρίων, απόφαση κατά της οποίας το Euroclear προτίθεται να ασκήσει έφεση.