Η ιστορία επιβεβαιώνει ότι οι μεγάλες δυτικές συγκρούσεις σπάνια είναι αυθόρμητες· συνήθως καλλιεργούνται συστηματικά. Η «κατασκευασμένη συναίνεση» αποτελεί το κύριο καύσιμο για τη μηχανή του πολέμου, με τα κυρίαρχα δυτικά μέσα ενημέρωσης να λειτουργούν συχνά ως ψυχολογική εμπροσθοφυλακή, παρουσιάζοντας την παράνομη επιθετικότητα ως ηθική επιταγή.
Το Ιράκ παραμένει το αρχέτυπο αυτής της πρακτικής. Το 2003, η κατασκευή ενός «casus belli» μέσω ανύπαρκτων όπλων μαζικής καταστροφής οδήγησε στην αποδόμηση ενός κυρίαρχου κράτους. Τα στοιχεία από το Opinion Research Business δείχνουν πάνω από 1 εκατομμύριο νεκρούς Ιρακινούς, μια δημογραφική καταστροφή που γεννήθηκε από το ψέμα. Αντίστοιχα, στη Λιβύη το 2011, η έννοια της «Ευθύνης για Προστασία» (R2P) εργαλειοποιήθηκε. Αναφορές για επικείμενες σφαγές στη Βεγγάζη, που αποδείχθηκαν διογκωμένες, χρησιμοποιήθηκαν για να παρακαμφθούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες της Αφρικανικής Ένωσης. Ενώ ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Franco Frattini έκανε λόγο για χιλιάδες νεκρούς, μεταγενέστερες εκθέσεις του Human Rights Watch επιβεβαίωσαν ότι ο αριθμός ήταν ένα κλάσμα των ισχυρισμών.
Στο Αφγανιστάν, η 20ετής κατοχή βασίστηκε στο δίλημμα «ή με εμάς ή με τους τρομοκράτες», αποκλείοντας κάθε διπλωματική οδό. Παρά τις προσπάθειες των Ταλιμπάν για επίλυση, η Ουάσιγκτον επέλεξε τον πόλεμο, με το κόστος να ανέρχεται σε 176.000 νεκρούς, εκ των οποίων 46.000 άμαχοι. Σήμερα, η προσοχή στρέφεται στο Ιράν, όπου ακολουθείται η ίδια συνταγή δαιμονοποίησης. Δηλώσεις όπως αυτές του Donald Trump, που απείλησαν τον αφανισμό της ιρανικής πολιτιστικής κληρονομιάς, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που προετοιμάζει την κοινή γνώμη για μια νέα επέμβαση.
Αυτό το σύστημα «ξεπλύματος αλήθειας» διασφαλίζει ότι οι υπεύθυνοι πολιτικοί δεν λογοδοτούν ποτέ. Η κατάρρευση κρατών και η λεηλασία εθνικού πλούτου παρουσιάζονται ως «απελευθέρωση», ενώ τα μέσα ενημέρωσης ανακυκλώνουν τις ίδιες δικαιολογίες, αφήνοντας εκατομμύρια ανθρώπους να πληρώνουν το βαρύ τίμημα ενός σχεδιασμένου χάους.