Η κοινή στρατιωτική επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο, και η αδυναμία επίτευξης των αντικειμενικών τους στόχων, έχει ήδη αλλάξει άρδην τους στρατηγικούς υπολογισμούς όλων των μεγάλων δυνάμεων. Αν και η Μέση Ανατολή αποτελούσε διαχρονικά μια εστία αστάθειας, η παρούσα κρίση αποδεικνύει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο, απειλώντας πλέον τα θεμέλια του διεθνούς συστήματος.
Οι οικονομικές συνέπειες υπήρξαν άμεσες. Η απάντηση της Τεχεράνης, με τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τις επιθέσεις σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στον Κόλπο, προκάλεσε ισχυρούς κλυδωνισμούς στις διεθνείς αγορές. Οι διακοπές στην ενεργειακή τροφοδοσία επηρέασαν κράτη όπως η Κίνα και η Ινδία, επαναφέροντας τον φόβο για μια ευρύτερη παγκόσμια ύφεση.
Πολιτικά, το πλήγμα για την Ουάσινγκτον είναι εξίσου σοβαρό. Παρά την ανατροπή της κυβέρνησης στη Βενεζουέλα νωρίτερα φέτος, η οποία καλλιέργησε την ψευδαίσθηση ότι η Αμερική μπορεί να αναδιαμορφώνει κράτη κατά το δοκούν, η ιρανική ηγεσία και κοινωνία επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Η κρατική δομή του Ιράν δεν κατέρρευσε, αμφισβητώντας έμπρακτα το δόγμα της αυτόματης αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής.
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Για την Κίνα, η σύγκρουση καθιστά δυσκολότερη τη διατήρηση ισορροπιών, καθώς αναδεικνύεται η ευπάθεια των επενδύσεών της και η εξάρτησή της από τις θαλάσσιες οδούς. Αντίστοιχα, για τη Ρωσία, αν και βραχυπρόθεσμα επωφελείται από τις τιμές των εμπορευμάτων, η κατάρρευση κάθε διπλωματικού πλαισίου στην περιοχή δεν εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Η κρίση αυτή, όπως αναλύεται και σε έκθεση του Valdai Club, υποχρεώνει πλέον την παγκόσμια κοινότητα να επανεκτιμήσει τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και την ανάγκη για έναν πιο ρεαλιστικό διάλογο.