Η πρόσφατη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί μια εξέλιξη με τεράστιες προεκτάσεις, η οποία καταδεικνύει την αδυναμία της Ουάσινγκτον να επιβάλει τους όρους της. Σε αντίθεση με το κλίμα που επικρατούσε πριν από έναν χρόνο, όταν η πρώτη κοινή επίθεση Ισραήλ και ΗΠΑ κατά του Ιράν αντιμετωπιζόταν με αισιοδοξία από τη Δύση, σήμερα η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Το Ιράν αναδείχθηκε ως ο μεγάλος νικητής, ενώ ΗΠΑ και Ισραήλ βγαίνουν από τη σύγκρουση ηττημένοι, αποτυγχάνοντας να επιτύχουν τους αρχικούς τους στόχους: την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, τον περιορισμό του βαλλιστικού προγράμματος και την εξάρθρωση των περιφερειακών συμμάχων του Ιράν.
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και η άρση του ναυτικού αποκλεισμού προσφέρουν μια προσωρινή ανάσα στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ωστόσο, το μήνυμα είναι σαφές: τα θαλάσσια περάσματα είναι ευάλωτα. Η Τεχεράνη απέδειξε πως η ικανότητά της να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ αποτελεί ισχυρότερο αποτρεπτικό παράγοντα από την ίδια την πυρηνική απειλή, δεδομένης της απροθυμίας των ΗΠΑ να αναλάβουν το ρίσκο μιας ανοιχτής σύρραξης.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η στρατηγική του Μπενιαμίν Νετανιάχου για εξουδετέρωση των απειλών σε επτά μέτωπα –από τη Γάζα, τον Λίβανο και την Υεμένη, μέχρι τη Δυτική Όχθη, τη Συρία και το Ιράκ– οδηγεί σε έναν «αέναο πόλεμο» και διεθνή απομόνωση. Η αυξανόμενη δυσφορία του Donald Trump προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο ρήγμα, καθώς μεγάλο μέρος της αμερικανικής πολιτικής σκηνής δείχνει να χάνει την υπομονή του με τις ριζοσπαστικές πολιτικές του Ισραήλ.
Τέλος, οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου βρίσκονται επίσης σε δυσχερή θέση. Η εξάρτησή τους από τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις αποδείχθηκε στρατηγικό λάθος, καθώς οι εγκαταστάσεις αυτές μετατράπηκαν σε μαγνήτες για τα αντίποινα του Ιράν. Η παγκόσμια τάξη αλλάζει και η αδυναμία της Ουάσινγκτον να ανατρέψει αυτή την πορεία αποτελεί το πιο κρίσιμο δίδαγμα της τρέχουσας κρίσης.