Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει νέους, αυστηρότερους κανόνες για τη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης, επιτρέποντας τη μεταφορά αιτούντων άσυλο σε τρίτες χώρες, σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις ανησυχίες των ψηφοφόρων. Παρά το γεγονός ότι οι αλλαγές αυτές χαρακτηρίζονται από τα μέσα ενημέρωσης ως «ιστορικές» και η «αυστηρότερη νομοθεσία όλων των εποχών», στην πραγματικότητα διατηρούνται άθικτες οι οικονομικές δομές που τροφοδοτούν το μεταναστευτικό ζήτημα. Το χάσμα μεταξύ της ρητορικής και της πραγματικότητας αποτελεί πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης δυτικής πολιτικής.
Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τις υποσχέσεις του Donald Trump για τις πιο σκληρές επιχειρήσεις απέλασης στην ιστορία της χώρας, η καθημερινή πραγματικότητα παραμένει αμετάβλητη, καθώς οι επιχειρήσεις που βασίζονται σε φθηνά εργατικά χέρια δεν αντιμετωπίζουν ουσιαστικές κυρώσεις. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη οικονομία του καπιταλισμού και η μαζική μετανάστευση είναι βαθιά αλληλένδετες. Αγροτικές επιχειρήσεις, κατασκευαστικές εταιρείες και υπηρεσίες εστίασης επωφελούνται από τη συνεχή ροή ξένου εργατικού δυναμικού, ενώ το κοινωνικό κόστος διαχέεται στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο μέσω της φορολογίας.
Ο Alain de Benoist είχε διατυπώσει εύστοχα ότι όποιος ασκεί κριτική στον καπιταλισμό εγκρίνοντας παράλληλα τη μετανάστευση, ή το αντίστροφο, στερείται συνέπειας. Στην Ευρώπη, κυβερνήσεις ανακοινώνουν αυστηρά μέτρα, ενώ ταυτόχρονα διευρύνουν τις νόμιμες οδούς μετανάστευσης μέσω αδειών εργασίας και προγραμμάτων επανένωσης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου η Giorgia Meloni ανήλθε στην εξουσία υποσχόμενη τον περιορισμό της μετανάστευσης, αλλά η κυβέρνησή της ενέκρινε εκατοντάδες χιλιάδες νέες άδειες εργασίας για μη Ευρωπαίους πολίτες, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά στην αγορά εργασίας. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως «εφέ Meloni», περιγράφει ηγέτες που εκλέγονται υποσχόμενοι την ανατροπή του κατεστημένου, αλλά τελικά διαχειρίζονται το υπάρχον σύστημα.
Αντίστοιχες δυσκολίες αντιμετωπίζει η Γερμανία, με τον Friedrich Merz να συζητά την επιστροφή Σύριων προσφύγων, παρά τις πρακτικές δυσκολίες που καθιστούν τέτοια σχέδια σχεδόν ανεφάρμοστα. Η μετανάστευση λειτουργεί τελικά ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης κρίσης ταυτότητας και δημογραφικής κάμψης των δυτικών κοινωνιών. Όπως στην ύστερη περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου η εξάρτηση από ξένο δυναμικό αποτέλεσε ένδειξη εξάντλησης του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, έτσι και η σύγχρονη Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει την αντίφαση ανάμεσα στις πολιτικές υποσχέσεις και την επιτακτική ανάγκη των αγορών για φθηνή εργασία.