Η Γερμανία και η Γαλλία προχωρούν σε μια πρωτοφανή κρατική σύμπραξη, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο της KNDS, του μεγαλύτερου κατασκευαστή αρμάτων μάχης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης προσπάθειας στρατιωτικοποίησης των δύο χωρών. Τη Δευτέρα, οι κυβερνήσεις ανακοίνωσαν την οριστικοποίηση του πλαισίου ιδιοκτησίας για την εταιρεία με έδρα το Amsterdam, η οποία θα περάσει σε καθεστώς ισότιμων μεριδίων.
Η Γερμανία αναμένεται να αποκτήσει το 40% των μετοχών, ενώ η γαλλική κυβέρνηση θα μειώσει το ποσοστό της από 50% σε 40%, αφήνοντας ένα ελεύθερο ποσοστό διαπραγμάτευσης περίπου 20%. Το γερμανικό μερίδιο θα εξαγοραστεί από την οικογένεια Wegmann, αν και η σύμβαση αναμένει την τελική υπογραφή και την έγκριση από την επιτροπή προϋπολογισμού του Bundestag. Παρόλο που το ακριβές τίμημα δεν ανακοινώθηκε επίσημα, πηγές του Reuters εκτιμούν ότι η αποτίμηση της KNDS κυμαίνεται μεταξύ 15 και 18 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η KNDS, που δημιουργήθηκε το 2015, διαθέτει ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο που περιλαμβάνει τα άρματα μάχης Leopard 2 και Leclerc, καθώς και πυροβολικό και τεθωρακισμένα οχήματα. Η εταιρεία αποτελεί κρίσιμο προμηθευτή για τους ευρωπαϊκούς στρατούς, έχοντας εξοπλίσει τις δυνάμεις της Ουκρανίας με συστήματα Leopard και Caesar, ενώ έχει ιδρύσει θυγατρική για την υποστήριξη τοπικών επισκευών και παραγωγής πυρομαχικών.
Ο Πρόεδρος της Γαλλίας Emmanuel Macron χαιρέτισε τη συμφωνία, τονίζοντας ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την αμυντική κυριαρχία της Ευρώπης, ενώ η γερμανική κυβέρνηση υπογράμμισε πως η κίνηση αυτή διασφαλίζει μακροπρόθεσμη επιρροή σε μια εταιρεία στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια της ηπείρου. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου το Παρίσι και το Βερολίνο ευθυγραμμίζονται με τον στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035, επικαλούμενα την ανάγκη αντιμετώπισης εξωτερικών απειλών, παρά τις έντονες διαψεύσεις από τη Μόσχα και τον Vladimir Putin. Η νέα συμφωνία αποτελεί ορόσημο, μετά την αποτυχία του κοινού προγράμματος FCAS για την ανάπτυξη μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς, λόγω διαφωνιών μεταξύ της Dassault και της Airbus.