Η υγεία του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένων ασθενειών όπως το Αλτσχάιμερ, η άνοια, η κατάθλιψη και η γνωστική έκπτωση που σχετίζεται με εγκεφαλικά επεισόδια, επιβαρύνει ήδη την παγκόσμια οικονομία με 5 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η ανησυχητική αυτή κατάσταση, που μέχρι πρότινος αγνοούνταν από τους φορείς λήψης οικονομικών αποφάσεων, τράβηξε την προσοχή στο πρόσφατο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός. Εκεί, η σύνδεση της υγείας του εγκεφάλου με την παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού και την ανταγωνιστική θέση χωρών και επιχειρήσεων στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) βρέθηκε στο επίκεντρο.
Η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ αυτοματοποιεί πολλές εργασίες, καθιστά την ανθρώπινη νοημοσύνη και δημιουργικότητα πιο πολύτιμες από ποτέ. Οι θέσεις εργασίας του 21ου αιώνα θα απαιτούν ανώτερες γνωστικές ικανότητες, δημιουργικότητα και προσαρμοστική επίλυση προβλημάτων. Αυτή η εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι ταυτόχρονα η εποχή του «εγκεφαλικού κεφαλαίου» (brain capital). Όπως επισημαίνει ο Δρ. Harris Eyre, νευροεπιστήμονας και συν-συγγραφέας μιας σχετικής έκθεσης, οι εταιρείες και τα έθνη που επενδύουν στην υγεία του εγκεφάλου θα διαθέτουν εργατικό δυναμικό ικανό να ευδοκιμήσει στην ψηφιακή μετάβαση. Μέχρι το 2050, η αναλογία εργαζόμενων ηλικιωτών προς συνταξιούχους αναμένεται να μειωθεί δραματικά παγκοσμίως. Χρειαζόμαστε κάθε εγκέφαλο να λειτουργεί στο μέγιστο.
Επιπλέον, η Έκθεση Global Brain Capital Index, που παρουσιάστηκε στο Νταβός, χαρτογραφεί τις επενδύσεις στην γνωστική υγεία σε σχέση με την οικονομική παραγωγικότητα, παρέχοντας ένα εργαλείο στους υπουργούς οικονομικών και τις αναπτυξιακές τράπεζες.
Μια άλλη σημαντική διάσταση αφορά τις γυναίκες, οι οποίες αποτελούν περίπου τα δύο τρίτα των ατόμων που ζουν με Αλτσχάιμερ και παρέχουν το μεγαλύτερο μέρος της μη αμειβόμενης φροντίδας για την άνοια παγκοσμίως. Αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στο χάσμα των μισθών και στην επαγγελματική εξέλιξη των γυναικών. Ωστόσο, οι γυναίκες αναμένεται να διαχειριστούν ένα τεράστιο ποσό πλούτου τις επόμενες δεκαετίες, καθιστώντας τις πιθανούς ισχυρούς χρηματοδότες για την έρευνα και την πρόληψη.
Τέλος, ο αναπτυσσόμενος κόσμος (Global South) μπορεί να κάνει άλματα, εάν επενδύσει έγκαιρα σε υποδομές υγείας του εγκεφάλου. Μέχρι το 2050, πάνω από το 70% των παγκόσμιων περιστατικών άνοιας θα εντοπίζεται σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, οι οποίες όμως διαθέτουν και τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πληθυσμιακές ομάδες εργάσιμης ηλικίας. Η αντιμετώπιση της κρίσης υγείας του εγκεφάλου σε αυτές τις περιοχές είναι κρίσιμη για την παγκόσμια παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Η επένδυση στην έγκαιρη διάγνωση και πρόληψη δεν είναι φιλανθρωπία, αλλά προστασία από μια αναμενόμενη διαταραχή στην αγορά εργασίας.