Η στρατηγική της “εναλλαγής θέσεων εργασίας” (job hopping), η οποία παλαιότερα αποτελούσε τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για ταχεία αύξηση του μισθού, φαίνεται να μην αποδίδει πλέον στην αγορά εργασίας του 2026. Τα στοιχεία της ADP, μιας ιδιωτικής εταιρείας παροχής μισθολογικών υπηρεσιών, καταδεικνύουν ότι μόνο σε λίγους κλάδους, όπου η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό υπερβαίνει την προσφορά, η μεταξύ των εργοδοτών προσέλκυση ταλέντων οδηγεί σε καλύτερες αμοιβές.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της ADP, η ετήσια αύξηση μισθών για όσους άλλαξαν εργασία μειώθηκε στο 6,4% τον Ιανουάριο, από 6,6% τον Δεκέμβριο. Αντιθέτως, για τους εργαζομένους που παρέμειναν στην ίδια θέση, η αύξηση μισθού παρέμεινε σταθερή στο 4,5%, επίπεδο που διατηρείται για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου έτους. Η διαφορά στις μισθολογικές απολαβές μεταξύ εκείνων που άλλαξαν εργασία και εκείνων που παρέμειναν είναι πλέον μόλις 1,9%, το χαμηλότερο σημείο από τον Νοέμβριο του 2020.
Οι κλάδοι που παρουσίασαν την υψηλότερη αύξηση για τους εναλλάσσοντες θέσεις ήταν αυτοί με υψηλή ζήτηση δεξιοτήτων, όπως οι κατασκευές, οι φυσικοί πόροι και η εξορυκτική βιομηχανία. Εκεί, οι εναλλάσσοντες θέσεις είδαν αύξηση 6,6% και 5,6% αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους εργαζομένους που παρέμειναν. Ακολουθούν οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η βιομηχανία, όπου οι εναλλάσσοντες αποκόμισαν περίπου 3% περισσότερα. Στις υπηρεσίες, οι αυξήσεις ήταν οριακές (0,6%), ενώ στην εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές και τις δημόσιες υπηρεσίες, η αύξηση για όσους άλλαξαν εργασία ήταν μόλις 1,6%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ορισμένους τομείς, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και η πληροφορική (IT), η παραμονή στην ίδια εργασία αποδείχθηκε πιο επωφελής. Σε αυτές τις κατηγορίες, οι εργαζόμενοι που παρέμειναν είδαν τις απολαβές τους να αυξάνονται περισσότερο από εκείνους που άλλαξαν εργασία, με διαφορές -2,5% και -0,6% αντίστοιχα.
Η ανάλυση της ADP ενισχύει την εικόνα μιας αγοράς εργασίας με χαμηλή κινητικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από περιορισμένες προσλήψεις και απολύσεις. Παρά τις αισιόδοξες αναφορές για την αύξηση των θέσεων εργασίας τον Ιανουάριο, πολλοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η αγορά θα συνεχίσει να κινείται σε παρόμοιους ρυθμούς. Παράγοντες όπως η δημογραφική αλλαγή, οι πολιτικές μετανάστευσης, το τέλος της “συγκέντρωσης εργατικού δυναμικού” και η βελτίωση της παραγωγικότητας συμβάλλουν στην επιβράδυνση των προσλήψεων.
Επιπλέον, τα στοιχεία της ADP υποδεικνύουν μείωση των ωρών εργασίας. Οι εργαζόμενοι, κατά μέσο όρο, απασχολούνται μία ώρα λιγότερο εβδομαδιαίως σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία. Η μέση εβδομάδα εργασίας ανέρχεται πλέον σε 33,6 ώρες, έναντι 34,7 ωρών τον Ιανουάριο του 2023. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει στην αύξηση των εργαζομένων με μερική απασχόληση. Η αύξηση της μέσης ηλικίας του εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ, καθώς και η αναμενόμενη αύξηση του πληθυσμού άνω των 65 ετών, αναμένεται να επηρεάσουν περαιτέρω τη δομή της αγοράς εργασίας τα επόμενα χρόνια.