Ο Nick Grimshaw, γνωστός από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του στο BBC Radio 6 Music, μοιράζεται τις ιστορίες πίσω από τα τραγούδια που έχουν διαμορφώσει τη ζωή του. Από την πρώτη του μουσική αγάπη, το “America” των Simon and Garfunkel, μέχρι το “It’s Oh So Quiet” της Björk που αγόρασε στα εννέα του χρόνια, ο Grimshaw αποκαλύπτει πώς η μουσική αποτέλεσε πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της οικογενειακής του ζωής.
Θυμάται χαρακτηριστικά τις στιγμές που περνούσε στο αυτοκίνητο με τους γονείς του, τραγουδώντας κλασικά κομμάτια, αλλά και την αγορά του πρώτου του single, το οποίο επέλεξε, όπως παραδέχεται, περισσότερο για την εμφάνιση του εξωφύλλου παρά για την ίδια τη μουσική. Η συλλογή “Hardcore Ecstasy” στα επτά του χρόνια και η γοητεία του rave ήχου αποτελούν επίσης ξεχωριστές αναμνήσεις.
Όταν έρχεται η ώρα για καραόκε, ο Grimshaw δεν διστάζει να επιλέξει τραγούδια από την πλούσια δισκογραφία της Madonna, αν και παραδέχεται ότι το ραπάρισμα είναι πάντα πιο δύσκολο από ό,τι φαντάζεται. Ωστόσο, το “Common People” των Pulp είναι μια σίγουρη επιτυχία που φέρνει πάντα τον κόσμο σε κοινή, διασκεδαστική φωνή.
Η μνήμη των στίχων, όπως αποκαλύπτει, έχει “καταστρέψει” τον εγκέφαλό του, καθώς μπορεί να θυμάται λέξη προς λέξη κομμάτια όπως το “Juicy” των The Notorious B.I.G., αλλά δυσκολεύεται να ανακαλέσει πληροφορίες από το σχολείο. Αυτή η ικανότητα αποδίδεται στα χρόνια που οι Dr Dre και Eminem κυριαρχούσαν στα εφηβικά του ακούσματα.
Για την ιδανική μουσική για πάρτι, ο Grimshaw προτείνει τη Grace Jones, επισημαίνοντας την ατμόσφαιρα που δημιουργεί η μουσική της. Το “Pull Up to the Bumper” περιγράφεται ως ύμνος στη διασκέδαση, με τους ήχους των αυτοκινήτων και της πόλης να συνθέτουν την ουσία μιας καλής βραδιάς.
Η συγκίνηση είναι ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον Grimshaw, ο οποίος παραδέχεται ότι μπορεί να κλάψει εύκολα. Το “Mio Cristo Piange Diamanti” της Rosalía αποτελεί ένα παράδειγμα τραγουδιού που τον συγκινεί βαθιά, λόγω της ειλικρίνειας και της συναισθηματικής έντασης που εκφράζει η ερμηνεία της σε δεκατρείς διαφορετικές γλώσσες.
Η μουσική, ωστόσο, έχει παίξει καθοριστικό ρόλο και στη διαμόρφωση της πορείας του. Μεγαλώνοντας με μεγαλύτερα αδέρφια που έβγαιναν σε συναυλίες και κλαμπ, ο Grimshaw ανέπτυξε από νωρίς μια έντονη επιθυμία να ενταχθεί σε αυτόν τον κόσμο. Η συμβουλή των αδελφών του – “Μην κάνεις μια κανονική δουλειά, το έχουμε πάθει εμείς. Πήγαινε κάνε αυτό που θέλεις” – τον οδήγησε τελικά στην επιλογή μιας καριέρας στη μουσική. Το “Bizarre Love Triangle” των New Order είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτή την οικογενειακή του κληρονομιά και την επιθυμία του να ασχοληθεί με τη μουσική.
Όσον αφορά τη μουσική για πιο προσωπικές στιγμές, όπως η σεξουαλική επαφή, ο Grimshaw πιστεύει ότι η ουσία είναι η ατμόσφαιρα και όχι το συγκεκριμένο τραγούδι, αρκεί να μην ακούγονται γνώριμα πρόσωπα από το ραδιόφωνο. Για την πρωινή αφύπνιση, προτιμά την ηρεμία, αλλά το “Yellow Eyes” της Yebba αποτελεί μια ευχάριστη εξαίρεση.
Τέλος, για την κηδεία του, ο Grimshaw θα ήθελε να δώσει ένα διάλειμμα από τη μουσική, αλλά αν έπρεπε να επιλέξει, θα προτιμούσε την ατμοσφαιρική και δραματική ηχητική επένδυση του “Subterraneans” του David Bowie, ως ύμνο στη συγκίνηση και την απώλεια.