Ο Clive Davis, ο εμβληματικός παράγοντας της μουσικής βιομηχανίας που ανακάλυψε και ανέδειξε μερικούς από τους μεγαλύτερους αστέρες της παγκόσμιας σκηνής, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών. Η πορεία του, που εκτείνεται σε δεκαετίες, υπήρξε καταλυτική για την εξέλιξη της σύγχρονης μουσικής, καθώς διέθετε το μοναδικό χάρισμα να προβλέπει τις τάσεις και να γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της παραδοσιακής βιομηχανίας και της αναδυόμενης κουλτούρας.

Η καριέρα του απογειώθηκε το 1967 στο Monterey Pop Festival, όπου, παρά την αταίριαστη εμφάνισή του –φορούσε παντελόνι χακί και πουλόβερ τένις ανάμεσα σε χίπις– εντόπισε τη Janis Joplin και το συγκρότημα Big Brother and the Holding Company, αγοράζοντας το συμβόλαιό τους για 200.000 δολάρια. Απόφοιτος της Νομικής του Harvard, ο Davis κατάφερε να μετατρέψει την Columbia Records σε έναν ισχυρό φορέα που στέγαζε από τους progressive καλλιτέχνες, όπως οι Santana και οι Blood Sweat and Tears, μέχρι θρύλους του easy listening, όπως η Barbra Streisand και ο Tony Bennett.
Το «αυτί» του για την επιτυχία ήταν αλάνθαστο. Ήταν εκείνος που ανακάλυψε το «Mandy» για τον Barry Manilow, που πίστεψε στο ταλέντο της Whitney Houston –η οποία αποτέλεσε τη σημαντικότερη συνεργασία του στη δεκαετία του ’80– και που καθοδήγησε τον Bruce Springsteen να διαμορφώσει το δικό του στίγμα, αποφεύγοντας τη σύγκριση με τον Bob Dylan. Ακόμα και όταν απολύθηκε από την Columbia ή την Arista, ο Davis κατάφερε να αναγεννηθεί. Το 2000 ίδρυσε τη J Records, υπογράφοντας ονόματα όπως η Alicia Keys, η Christina Aguilera και η Avril Lavigne, συνεχίζοντας να πρωταγωνιστεί στα μουσικά δρώμενα.
Όταν τον ρωτούσαν ποιος ήταν ο κοινός παρονομαστής όλων των καλλιτεχνών με τους οποίους συνεργάστηκε, ο Clive Davis είχε πάντα την ίδια απάντηση: «Είναι όλοι τους αστέρες πρώτου μεγέθους».