Παρά την κυριαρχία του Netflix στην παγκόσμια αγορά του streaming, η πλατφόρμα συνεχίζει να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη δημιουργία πρωτότυπων κινηματογραφικών σειρών (franchises) που να αφήνουν το στίγμα τους στην ποπ κουλτούρα. Ενώ το κοινό καταναλώνει μαζικά reality, αστυνομικά θρίλερ και ρομαντικές κομεντί, οι μεγάλες παραγωγές της υπηρεσίας συχνά αποτυγχάνουν να μετατραπούν σε «πολιτιστικά γεγονότα» με διάρκεια στον χρόνο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σειρά ταινιών Enola Holmes, η οποία ξεκίνησε την πορεία της από τη Warner Bros, αποτέλεσε μια ασφαλή επιλογή για το Netflix. Ωστόσο, η τρίτη κατά σειρά ταινία, η οποία μόλις κυκλοφόρησε, φανερώνει μια υποχώρηση στην ποιότητα και τη φρεσκάδα που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες επιτυχίες. Η ιστορία ακολουθεί την Enola (Millie Bobby Brown) καθώς ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Tewkesbury (Louis Partridge) στη Μάλτα, όταν μαθαίνει ότι ο αδελφός της, Sherlock (Henry Cavill), έχει πέσει θύμα απαγωγής.
Παρά την επιστροφή της Helena Bonham Carter και της Sharon Duncan-Brewster στους ρόλους τους, η ταινία υποφέρει από έλλειψη νέων ιδεών. Ο σεναριογράφος Jack Thorne επιχειρεί να θίξει κοινωνικά ζητήματα, όπως οι περιοριστικοί θεσμοί της εποχής και η αποικιοκρατική ιστορία της Βρετανίας, όμως η πλοκή παραμένει υποτονική και απλουστευμένη. Η σκηνοθεσία του Philip Barantini κρίνεται ως ασφαλής αλλά αδιάφορη, ενώ η ίδια η Millie Bobby Brown δείχνει να δυσκολεύεται στη μετάβαση του ρόλου της στην ενήλικη ζωή, προσδίδοντας μια αίσθηση «κοπιαστικής» ερμηνείας αντί για την ανάλαφρη γοητεία του παρελθόντος.
Με διάρκεια μικρότερη των 100 λεπτών, η ταινία δίνει την εντύπωση ότι στερείται πραγματικού οράματος, λειτουργώντας περισσότερο ως ένα «γεμιστικό» περιεχόμενο για τη βιβλιοθήκη του Netflix. Ίσως ήρθε η ώρα για την πλατφόρμα να αποχαιρετήσει την ηρωίδα όσο διατηρεί ακόμα ένα μέρος της αίγλης της.