Η Sabine Weyand, η επικεφαλής εμπορικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποχωρεί σύντομα από τη θέση της, έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα κατά την τελευταία της παρουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: η επενδυτική συμφωνία με την Κίνα θεωρείται πλέον παρωχημένη. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας της, τόνισε ότι το «Συνολικό Σύμφωνο Επενδύσεων» (Comprehensive Agreement on Investment), που είχε υπογραφεί στα τέλη του 2020 αλλά «πάγωσε» λόγω διαφωνιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της σημερινής εποχής.
Η Γερμανίδα αξιωματούχος, που ολοκληρώνει τη επταετή θητεία της στο τέλος του μήνα, παραλλήλισε τη συμφωνία με τρόφιμο που έχει μείνει για πολύ καιρό στην κατάψυξη και δεν μπορεί πλέον να σερβιριστεί. Παρά τις προσπάθειες του Πεκίνου να επαναφέρει το θέμα στο τραπέζι, η Weyand υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει νέα εμπορικά εργαλεία για να περιορίσει τις επιπτώσεις του κινεζικού οικονομικού μοντέλου.
Το κύριο πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι μια πρόσκαιρη διακύμανση, αλλά οι διαρθρωτικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Είναι ενδεικτικό ότι το μερίδιο της Κίνας στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή αναμένεται να εκτιναχθεί στο 45% έως το 2030, ενώ η εγχώρια κατανάλωση παραμένει περιορισμένη στο 13%. «Πρόκειται για μια ανισορροπία που ο κόσμος δεν μπορεί να απορροφήσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προγραμματίζει για τις 29 Μαΐου συζητήσεις σχετικά με την ανάγκη ανάπτυξης μιας νέας «εργαλειοθήκης» για την αντιμετώπιση των επιδοτήσεων και της υπερβάλλουσας βιομηχανικής παραγωγής της Κίνας. Η Weyand ξεκαθάρισε ότι, αν και τα προστατευτικά μέτρα είναι απαραίτητα, ο στόχος δεν είναι η μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα «βιομηχανικό μουσείο», αλλά η παροχή του απαραίτητου χρόνου στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ώστε να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Την ανάγκη για μια πιο αποφασιστική στάση στηρίζει και ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών, Maxime Prévot, ο οποίος τονίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι προετοιμασμένη για ενδεχόμενα αντίποινα, προκειμένου να επιβάλει ίσους όρους ανταγωνισμού στο μέλλον.