Η απόφαση των ΗΠΑ να αναπτύξουν χιλιάδες μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού έως το 2030 αποτελεί κεντρικό θέμα συζήτησης για την Ταϊβάν, καθώς η φράση-κλειδί μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας κυριαρχεί στις αναλύσεις των ειδικών. Οι αναλυτές βλέπουν με καλό μάτι το σχέδιο, εκτιμώντας ότι μπορεί να περιπλέξει τα στρατιωτικά σχέδια του Πεκίνου και να ενισχύσει την αποτροπή. Ωστόσο, υπάρχει έντονη ανησυχία ότι, χωρίς τη δική της επιτάχυνση στον τομέα των αυτόνομων στόλων, η Ταϊβάν ίσως μην αποκομίσει τα επιθυμητά οφέλη.
Ο αρχηγός του αμερικανικού στόλου, ναύαρχος Samuel Paparo, περιέγραψε το σχέδιο ως τη δημιουργία ενός «τοπίου κολάσεως» (hellscape), γεμίζοντας τα αμφισβητούμενα ύδατα με αυτόνομα συστήματα για την αναχαίτιση κινήσεων από την πλευρά της Κίνας. Παρά την απήχηση της ιδέας, ειδικοί όπως ο Zivon Wang από το Chinese Council of Advanced Policy Studies τονίζουν πως οι προκλήσεις παραγωγής και η τεράστια έκταση του Ειρηνικού περιορίζουν τις πιθανότητες μαζικής παρουσίας κοντά στο νησί. Παράλληλα, ο Max Lo από το Taiwan International Strategic Study Society υπογραμμίζει πως η αποτελεσματικότητα αυτών των σκαφών εξαρτάται άμεσα από την ικανότητά τους να επιβιώσουν απέναντι στα εξελιγμένα αντιπλοϊκά πυραυλικά συστήματα της PLA.
Εν τω μεταξύ, στο εσωτερικό της Ταϊβάν, οι προσπάθειες για την απόκτηση 1.000 επιθετικών μη επανδρωμένων σκαφών προσκρούουν σε πολιτικές αντιδράσεις και προβλήματα χρηματοδότησης. Ο πρώην υποναύαρχος των ΗΠΑ Mark Montgomery προειδοποίησε σε φόρουμ στην Ταϊβάν στις 7 Απριλίου, ότι η διαλειτουργικότητα με την Ταϊβάν υστερεί σημαντικά σε σχέση με άλλους συμμάχους στην Ασία, τονίζοντας πως η χώρα πρέπει να δράσει άμεσα για να μην μείνει πίσω στις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις του πολέμου.