Η πρόσφατη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου Xi Jinping στην Πιονγιάνγκ ίσως αποτελεί το σημείο καμπής στην παγκόσμια συζήτηση για τα πυρηνικά όπλα της Βόρειας Κορέας. Ενώ τα φώτα της δημοσιότητας εστίασαν στις δεσμεύσεις για διεύρυνση της συνεργασίας, το πιο σημαντικό στοιχείο ήταν αυτό που δεν ειπώθηκε ποτέ: η πλήρης απουσία αναφοράς στο ζήτημα της αποπυρηνικοποίησης.
Αντίθετα, ο Xi ζήτησε ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας, σηματοδοτώντας μια θεαματική αλλαγή στη στάση του Πεκίνου. Παράλληλα, η Μόσχα έχει ήδη προχωρήσει ακόμη πιο πέρα, με τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Sergey Lavrov να χαρακτηρίζει τον Σεπτέμβριο του 2024 το θέμα της αποπυρηνικοποίησης ως «κεκλεισμένο».
Με τις μεγάλες δυνάμεις να αλλάζουν ρότα, η Ουάσινγκτον παραμένει εγκλωβισμένη σε μια πολιτική που βασίζεται περισσότερο σε ευσεβείς πόθους παρά στην πραγματικότητα. Ο Donald Trump πρέπει να αντιληφθεί ότι η Βόρεια Κορέα του σήμερα δεν είναι η χώρα που συνάντησε το 2018 και το 2019 στις συνόδους της Σιγκαπούρης και του Ανόι. Τότε, υπήρχε μια θεωρητική πιθανότητα ο Kim Jong-un να διαπραγματευτεί μέρος του πυρηνικού του προγράμματος. Σήμερα, η αδελφή του ηγέτη, Kim Yo-jong, έχει καταστήσει σαφές ότι αυτή η πιθανότητα έχει εξανεμιστεί.
Οι κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών παραμένουν στα χαρτιά, ενώ το εμπόριο με την Κίνα και η στρατιωτική σύμπραξη με τη Ρωσία έχουν εξουδετερώσει την απομόνωση της Πιονγιάνγκ. Η αλήθεια είναι σκληρή: όσο οι ΗΠΑ επιμένουν σε έναν στόχο που η Βόρεια Κορέα δεν πρόκειται να συζητήσει, το πυρηνικό της οπλοστάσιο θα συνεχίσει να μεγαλώνει, καθιστώντας την κατάσταση ακόμη πιο επικίνδυνη.
Ίσως είναι ώρα για την Ουάσινγκτον να στραφεί στον έλεγχο των εξοπλισμών. Αντί για το ανέφικτο αίτημα του πλήρους αφοπλισμού, οι ΗΠΑ πρέπει να επικεντρωθούν στο να περιορίσουν το οπλοστάσιο, να αποτρέψουν νέες δοκιμές και να ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας. Μια ατελής συμφωνία είναι προτιμότερη από μια στρατηγική που δεν επιτυγχάνει τίποτα, αφήνοντας την περιοχή σε ένα διαρκές και επικίνδυνο αδιέξοδο.