Το Πεκίνο επιχειρεί να ενισχύσει τις χερσαίες εμπορικές διαδρομές μέσω της Κεντρικής Ασίας, καθώς οι αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύουν την ευπάθεια των θαλάσσιων κόμβων. Μια νέα σύνδεση που ενεργοποιήθηκε τον Μάιο, περνά από την Κίνα και το Καζακστάν, καταλήγει στο Ουζμπεκιστάν και από εκεί, μέσω οδικού δικτύου στο Τουρκμενιστάν, φτάνει στο Χεράτ του δυτικού Αφγανιστάν.
Η διαδρομή αυτή των 7.400 χιλιομέτρων μειώνει σημαντικά τους χρόνους παράδοσης, καθώς απαιτούνται περίπου 30 ημέρες, αντί για τους δύο με τρεις μήνες που απαιτούσαν οι παραδοσιακές θαλάσσιες διαδρομές μέσω Ιράν ή Πακιστάν. Παρά την αισιοδοξία των Αφγανών αξιωματούχων, ειδικοί όπως η Jennifer Murtazashvili από το Carnegie Endowment for International Peace προειδοποιούν ότι το έργο αποτελεί περισσότερο ένα «πολιτικό σήμα» παρά μια ουσιαστική λύση για την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας. Όπως επισημαίνει, η μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ οι υποδομές στο Αφγανιστάν παραμένουν αδύναμες και η ασφάλεια επισφαλής λόγω της δράσης ένοπλων ομάδων όπως το ISKP.
Από την πλευρά του, ο Zhu Yongbiao από το Πανεπιστήμιο Lanzhou τονίζει ότι τα προβλήματα διακυβέρνησης και η έλλειψη διεθνούς αναγνώρισης της κυβέρνησης των Ταλιμπάν περιορίζουν τη δυναμική της περιοχής ως διαμετακομιστικού κόμβου. Παρά τις ενστάσεις, η Nargiza Umarova από το Πανεπιστήμιο Παγκόσμιας Οικονομίας και Διπλωματίας της Τασκένδης υποστηρίζει πως τέτοια έργα, όπως ο προτεινόμενος σιδηρόδρομος μέσω Αφγανιστάν, αποτελούν ένα στρατηγικό βήμα για τη διαφοροποίηση του εμπορίου και τη διασύνδεση των οικονομιών της Ασίας. Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα παραμένει αν αυτά τα εμπορικά μονοπάτια θα αποτελέσουν μια βιώσιμη εναλλακτική λύση ή αν θα παραμείνουν απλώς ένα συμπληρωματικό δίκτυο στις μεγάλες θαλάσσιες αρτηρίες.