Η Κίνα αναδεικνύεται όλο και περισσότερο σε καταλυτικό παράγοντα για τη διεθνή σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη, έναν ρόλο στον οποίο συγκλίνουν πλέον τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Μόσχα. Οι πρόσφατες διπλωματικές κινήσεις του Κινέζου Προέδρου Xi Jinping με τους ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας αναδεικνύουν την ανερχόμενη θέση του Πεκίνου στις παγκόσμιες υποθέσεις, από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την έκρυθμη κατάσταση με το Ιράν.
Η σχέση του Xi με τον Ρώσο Πρόεδρο Vladimir Putin αποτελεί πλέον μία από τις κεντρικές γεωπολιτικές δυνάμεις της εποχής μας. Είναι χαρακτηριστικό πως οι πρόσφατες δηλώσεις του Putin περί πιθανού τέλους της σύγκρουσης στην Ουκρανία ήρθαν λίγο πριν από τη συνάντησή του με τον Xi στο Πεκίνο, όπου οι δύο ηγέτες τάχθηκαν υπέρ ενός πολυπολικού κόσμου και μιας «νέας μορφής» διεθνών σχέσεων. Παράλληλα, οι δύο χώρες υπέγραψαν δεκάδες διμερείς συμφωνίες σε ενέργεια, εμπόριο και τεχνολογία, ενισχύοντας την οικονομική τους συνεργασία μέσω των εθνικών τους νομισμάτων, σε μια προσπάθεια αποδολαριοποίησης.
Στον αντίποδα, η πρόσφατη επίσκεψη του Donald Trump στο Πεκίνο εστίασε στην οικονομική σταθερότητα και την αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η μείωση δασμών σε εμπόριο αξίας 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η αγορά 200 αεροσκαφών Boeing και η εισαγωγή αμερικανικών αγροτικών προϊόντων αξίας 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως έως το 2028. Ο Trump αναγνώρισε μάλιστα τον δυνητικό ρόλο της Κίνας ως ειρηνοποιού, ειδικά όσον αφορά τη ναυτική σταθερότητα με το Ιράν.
Για το Πεκίνο, η αποφυγή της αστάθειας είναι ζήτημα εθνικού συμφέροντος, καθώς οι παρατεταμένοι πόλεμοι επηρεάζουν άμεσα τις εμπορικές ροές και την ενεργειακή ασφάλεια. Παρά τις υπαρκτές εντάσεις, όπως η προειδοποίηση του Xi προς τον Trump για την Ταϊβάν, η Κίνα τοποθετείται στρατηγικά ως ο απαραίτητος διαμεσολαβητής του 21ου αιώνα, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλα τα ισχυρά κέντρα εξουσίας.