Η Αρκτική εξελίσσεται σε ένα ιδιαίτερα θερμό σημείο για τη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα. Καθώς οι πάγοι υποχωρούν λόγω της κλιματικής αλλαγής, η περιοχή γίνεται όλο και πιο προσβάσιμη για τη ναυτιλία και την εξόρυξη πόρων, προσελκύοντας το έντονο ενδιαφέρον τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Κίνας. Η τρέχουσα ένταση στις σχέσεις Washington-Beijing, σε συνδυασμό με την ενεργειακή αστάθεια που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, αναδεικνύουν την Αρκτική ως μια πιθανή εναλλακτική θαλάσσια οδό, γεγονός που περιπλέκει ακόμα περισσότερο τις ισορροπίες.
Ενώ ο Donald Trump έχει εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία του για τον έλεγχο της Γροιλανδίας, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το μέλλον της περιοχής θα καθοριστεί από ένα παράδοξο: η κλιματική αλλαγή ανοίγει την περιοχή φυσικά, αλλά την κλείνει πολιτικά. Η Κίνα, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως «κράτος κοντά στην Αρκτική», επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της μέσω της επιστημονικής έρευνας και της πρωτοβουλίας Polar Silk Road. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την κινεζική παρουσία με καχυποψία, φοβούμενες ότι η επιστημονική δραστηριότητα μπορεί να αποτελεί προκάλυμμα για στρατιωτικούς σκοπούς, ειδικά λόγω της σύμπλευσης Beijing-Russia στην περιοχή.
Παρά τις τριβές, ειδικοί όπως ο Li Pinbao υποστηρίζουν ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για «λειτουργική συνεργασία» σε τομείς όπως η παρακολούθηση του κλίματος και η διαχείριση της αλιείας ανοιχτής θαλάσσης. Η πρόκληση για το μέλλον είναι αν οι δύο πλευρές θα καταφέρουν να διατηρήσουν ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας ή αν η Αρκτική θα μετατραπεί οριστικά σε μια νέα γραμμή αντιπαράθεσης, αφήνοντας πίσω της την εποχή όπου η περιοχή θεωρούνταν «ζώνη ειρήνης».