Οι κινεζικές φαρμακοβιομηχανίες κατέγραψαν ρεκόρ αδειοδοτικών συμφωνιών το 2025, με τον αριθμό τους να υπερδιπλασιάζεται σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Το γεγονός αυτό αποδίδεται σε πολυάριθμες συμφωνίες αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ εταιρειών από το Χονγκ Κονγκ και την ηπειρωτική Κίνα με μεγάλες παγκόσμιες φαρμακευτικές εταιρείες.
Συνολικά, υπογράφηκαν 157 συμφωνίες εξωτερικής αδειοδότησης, συνολικής αξίας 135,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αριθμός σημαντικά αυξημένος σε σχέση με τις 94 συναλλαγές αξίας 51,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2024, σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Εθνική Υπηρεσία Φαρμακευτικών Προϊόντων (NMPA) της Κίνας. Οι συμφωνίες αυτές αφορούν τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων σε μια εταιρεία για την περαιτέρω ανάπτυξη, παραγωγή και εμπορική εκμετάλλευση ενός φαρμάκου, μετά την είσοδό του σε κλινικές δοκιμές, με αντάλλαγμα προκαταβολές, πληρωμές για την επίτευξη οροσήμων και δικαιώματα επί των μελλοντικών πωλήσεων.
Μεταξύ των κορυφαίων συμφωνιών, ξεχωρίζει αυτή της GeneQuantum από το Suzhou, ύψους 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με την αμερικανική Biohaven Pharmaceutical και την νοτιοκορεατική AimedBio τον Ιανουάριο του 2025. Η συμφωνία αφορά συζεύξεις αντισώματων-φαρμάκων, που αποτελούν αντικαρκινικά σκευάσματα που χρησιμοποιούν αντισώματα για να στοχεύσουν και να καταστρέψουν τα καρκινικά κύτταρα.
Τον Μάιο, η φαρμακευτική εταιρεία 3SBio από τη Shenyang υπέγραψε συμφωνία αδειοδότησης αξίας 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την αμερικανική πολυεθνική Pfizer για το αντικαρκινικό φάρμακο SSGJ-707. Τον Ιούλιο, η Jiangsu Hengrui Pharmaceuticals, η μεγαλύτερη κινεζική φαρμακευτική εταιρεία βάσει κεφαλαιοποίησης, σύναψε συμφωνία 12,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την βρετανική GlaxoSmithKline για ένα φάρμακο με την ονομασία HRS-9821, που προορίζεται για τη θεραπεία της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.
Η ραγδαία αυτή ανάπτυξη στηρίζεται και από τη ρυθμιστική υποστήριξη. Το 2025, η Κίνα ενέκρινε 76 καινοτόμα φάρμακα, εκ των οποίων 47 χημικά και 23 βιολογικά, παρουσιάζοντας αύξηση 58% σε σύγκριση με τις 48 εγκρίσεις το 2024. Τα βιολογικά φάρμακα, που προέρχονται από ζωντανούς οργανισμούς, χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία σοβαρών ασθενειών, στοχεύοντας συγκεκριμένα μέρη του ανοσοποιητικού συστήματος.
Ο Lan Gongtao, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Τμήματος Εγγραφής Φαρμάκων της NMPA, δήλωσε στις 3 Ιανουαρίου ότι οι ρυθμιστικοί φορείς έχουν επιταχύνει τις εγκρίσεις καινοτόμων θεραπειών. Ο ίδιος τόνισε ότι η απότομη αύξηση στις συμφωνίες εξωτερικής αδειοδότησης “αντανακλά τη διεθνή αναγνώριση της αξίας των κινεζικών καινοτόμων φαρμάκων” και αποδεικνύει ότι “η χώρα έχει γίνει μια σημαντική δύναμη στην παγκόσμια βιοφαρμακευτική καινοτομία“.
Διεθνείς φαρμακευτικοί κολοσσοί, όπως οι AstraZeneca, Merck, Roche, Takeda και Bristol Myers Squibb, αγωνίζονται να συνάψουν συμφωνίες με Κινέζους ερευνητές φαρμάκων, καθώς αντιμετωπίζουν την επερχόμενη λήξη διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας πριν το 2030, η οποία θέτει σε κίνδυνο έσοδα περίπου 171 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις μεγάλες εισηγμένες βιοφαρμακευτικές εταιρείες το 2025.
Αναλυτές αναμένουν ότι η παγκόσμια ζήτηση για κινεζικά πρόωρα φαρμακευτικά περιουσιακά στοιχεία θα παραμείνει ισχυρή και φέτος. “Η εξωτερική αδειοδότηση των κινεζικών βιοτεχνολογικών εταιρειών θα συνεχιστεί, καθώς τα κινεζικά περιουσιακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν μια έγκαιρη και οικονομικά αποδοτική απάντηση στις προκλήσεις των πολυεθνικών εταιρειών”, δήλωσε ο Cui Cui, επικεφαλής έρευνας υγείας για την Ασία στην επενδυτική τράπεζα Jefferies.
Η Goldman Sachs ανέφερε σε πρόσφατη έκθεσή της ότι οι κινεζικές βιοφαρμακευτικές εταιρείες γίνονται ολοένα και πιο εξέχουσες στην ανάπτυξη νέων θεραπειών και “αποσπούν ένα αυξανόμενο μερίδιο στις παγκόσμιες συμφωνίες αδειοδότησης φαρμάκων”.
Παρά τη δυναμική αυτή, οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζουν να περιπλέκουν τη συνεργασία ΗΠΑ-Κίνας στον τομέα της βιοτεχνολογίας. Ο νόμος Biosecure Act, που υπέγραψε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump τον Δεκέμβριο, περιορίζει τις συμβάσεις με κινεζικές βιοτεχνολογικές εταιρείες που θεωρούνται κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια, ενώ στοχεύει επίσης στον περιορισμό των αμερικανικών επενδύσεων σε κινεζικές τεχνολογίες με πιθανές στρατιωτικές εφαρμογές.