Η πρόσφατη επίσκεψη του Pedro Sanchez στο Πεκίνο –η τέταρτη μέσα σε τέσσερα χρόνια– φέρνει στο προσκήνιο τη στρατηγική της Ισπανίας απέναντι στην Κίνα. Αν και πολλοί στην Ευρώπη βλέπουν αυτή την κίνηση ως απόκλιση από την πολιτική των Βρυξελλών για «απομείωση κινδύνου» (de-risking), η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η **στρατηγική της Ισπανίας για την Κίνα** δεν στοχεύει στην απομόνωση, αλλά σε μια ρεαλιστική προσέγγιση που διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα, αναγνωρίζοντας ότι η Κίνα είναι απαραίτητος παίκτης στην παγκόσμια βιομηχανία και την πράσινη τεχνολογία.
Κατά την επίσκεψη, επιτεύχθηκαν σημαντικά βήματα: καθιερώθηκε ετήσιος στρατηγικός διάλογος, ενισχύθηκαν οι εμπορικές σχέσεις με έμφαση στα αγροτοδιατροφικά προϊόντα και υπογράφηκαν συμφωνίες για την επιστήμη και την καινοτομία. Ωστόσο, ο Pedro Sanchez δεν παρέλειψε να επισημάνει τις ανισότητες. Με το εμπορικό έλλειμμα της Ισπανίας προς την Κίνα να φτάνει τα 42 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, το ζητούμενο είναι η αμοιβαιότητα. Η Ισπανία επιδιώκει επενδύσεις που θα ενσωματώνονται στην τοπική οικονομία, ειδικά στους τομείς των ηλεκτρικών οχημάτων και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Στο γεωπολιτικό πεδίο, η Ισπανία διαφοροποιείται από την απόλυτη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Με την κυβέρνηση του Donald Trump να προκαλεί ανησυχία και την κοινή γνώμη να τον θεωρεί σε πρόσφατη δημοσκόπηση της El País ως τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, η Μαδρίτη βλέπει το Πεκίνο ως έναν απαραίτητο συνομιλητή για την επίλυση συγκρούσεων στον Λίβανο, το Ιράν, τη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και την Ουκρανία. Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η ανθεκτικότητα απαιτεί ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας και όχι οπισθοχώρηση.