Η Κίνα φαίνεται να έχει επιτέλους την ευκαιρία να ξεφύγει από τα δίχτυα του αποπληθωρισμού. Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει το αν μπορεί να το πετύχει αυτό χωρίς να φτωχύνουν περαιτέρω τα νοικοκυριά.
Ο δείκτης τιμών παραγωγού (PPI) για τον Μάρτιο σημείωσε άνοδο 0,5% σε ετήσια βάση, βάζοντας τέλος σε μια περίοδο 41 μηνών πτώσης, ενώ σε σχέση με τον Φεβρουάριο παρουσίασε αύξηση 1%. Μετά από χρόνια υποτονικής ζήτησης και πιεσμένων εταιρικών περιθωρίων κέρδους, αυτή η μικρή ανάκαμψη στις τιμές παραγωγού άνοιξε ξανά τη συζήτηση για την έξοδο από τον αποπληθωρισμό.
Ωστόσο, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) του Απριλίου δείχνει ότι ο δρόμος είναι πιο δύσκολος από ό,τι αναμενόταν. Ενώ η μεταποίηση παραμένει σε φάση επέκτασης (50,3), ο τομέας των υπηρεσιών και των κατασκευών υποχωρεί (49,6 και 48,0 αντίστοιχα). Το γεγονός ότι οι τιμές των πρώτων υλών αυξάνονται ταχύτερα από τη ζήτηση και τα περιθώρια κέρδους σημαίνει ότι οι εταιρείες δέχονται πιέσεις πριν καν προλάβει να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Αν αυτή η άνοδος των τιμών δεν υποστηριχθεί από ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση, η Κίνα κινδυνεύει να βρεθεί σε ένα εύθραυστο περιβάλλον, όπου το κόστος ζωής αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα. Η ανάκαμψη στις τιμές του πετρελαίου και άλλων εμπορευμάτων, σε συνδυασμό με επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τις πράσινες τεχνολογίες, δίνει κάποια ώθηση, αλλά δεν αρκεί. Το πρόβλημα της Κίνας δεν είναι η έλλειψη παραγωγικής ικανότητας, αλλά η αδυναμία του μοντέλου της να διοχετεύσει τον πλούτο στα νοικοκυριά, ώστε η κατανάλωση να αποτελέσει τον κύριο πυλώνα σταθερότητας.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: αν οι τιμές αυξηθούν πριν αυξηθούν τα εισοδήματα, η ανάκαμψη θα φανεί επώδυνη αντί για αναπτυξιακή. Τώρα είναι η στιγμή για άμεση στήριξη των καταναλωτών, ώστε η αλλαγή στις προσδοκίες των τιμών να συνοδευτεί από πραγματική αγοραστική δύναμη.