Η Κίνα έχει αναδειχθεί ως ένας κυρίαρχος οικονομικός παίκτης στη Λατινική Αμερική, εκτοπίζοντας σταδιακά την επιρροή των ΗΠΑ. Αυτή η αλλαγή, που ονομάζεται «οικονομική εκτόπιση» από τον κορυφαίο ακαδημαϊκό Francisco Urdinez, περιγράφεται στο νέο του βιβλίο. Η θεωρία του εξηγεί πώς η αυξανόμενη σημασία των συνεργασιών με το Πεκίνο καθιστά τις σχέσεις με την Ουάσινγκτον λιγότερο απαραίτητες για πολλές κυβερνήσεις της περιοχής.
Ο Urdinez, μέσω ενός σύνθετου δείκτη που λαμβάνει υπόψη το εμπόριο, την παροχή βοήθειας, τη χρηματοδότηση και τις επενδύσεις, αποδεικνύει την αλματώδη αύξηση του οικονομικού βάρους της Κίνας στη Λατινική Αμερική, που έφτασε να αυξηθεί δεκαπ lần την περίοδο 2001-2020. Αντίστοιχα, η οικονομική παρουσία των ΗΠΑ μειώθηκε στο μισό. Αυτή η τάση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τη Λατινική Αμερική, αλλά παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η Κίνα γεμίζει ένα κενό, προσφέροντας εναλλακτικές λύσεις σε πιστώσεις, εμπορικές ευκαιρίες και επενδύσεις, που παλαιότερα παρείχαν κυρίως οι ΗΠΑ και οι δυτικές χώρες. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι αυστηρά «από πάνω προς τα κάτω», αλλά περιλαμβάνει τη συντονισμένη δράση πολλών τοπικών παραγόντων, που δημιουργούν ένα πλέγμα συνεργασιών, καθιστώντας την Κίνα τον σημαντικότερο εξω-περιφερειακό οικονομικό παράγοντα, τουλάχιστον στη Νότια Αμερική.
Η κατάσταση στη Βενεζουέλα, όπου οι οικονομικές σχέσεις με την Κίνα έχουν γίνει ακραίες και οι ΗΠΑ έχουν αντιδράσει σθεναρά, φέρνει στην επιφάνεια τα όρια αυτής της «οικονομικής εκτόπισης». Η «ασφαλοποίηση» των σχέσεων με τη Βενεζουέλα από τις ΗΠΑ, αν και δεν αλλάζει τον βασικό μηχανισμό εκτόπισης, αυξάνει δραματικά το πολιτικό κόστος για όλες τις πλευρές.
Αυτή η εξέλιξη οδηγεί σε μια αλλαγή παραδείγματος. Η «οικονομική εκτόπιση» συνεχίζει να λειτουργεί δομικά, αλλά προστίθεται ένα επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου. Η Βενεζουέλα γίνεται μια περιοριστική περίπτωση που αποκαλύπτει πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι ΗΠΑ για να αντιστρέψουν την εκτόπιση σε στρατηγικά κρίσιμες ή ιδεολογικά αντίπαλες χώρες.
Αυτό δημιουργεί μια νέα πρόκληση για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες πλέον καλούνται να επιλέξουν πλευρά, με πιθανές κυρώσεις, απομόνωση ή ακόμη και επέμβαση αν οι οικονομικές τους επιλογές ερμηνευθούν ως γεωπολιτική ευθυγράμμιση. Η Αργεντινή, για παράδειγμα, επιβραβεύεται για την «πίστη» της στις ΗΠΑ, ενώ άλλες χώρες καλούνται να υπολογίζουν πλέον όχι μόνο τα οικονομικά οφέλη, αλλά και τους κινδύνους ασφαλείας.
Αυτό το νέο τοπίο, όπου η οικονομική αλληλεξάρτηση με την Κίνα μπορεί να οδηγήσει σε αμερικανική πίεση, ενδέχεται να επιταχύνει ακόμη περισσότερο την «οικονομική εκτόπιση» σε χώρες ήδη εδραιωμένες με την Κίνα. Η αντιστροφή της τάσης αυτής απαιτεί μακροπρόθεσμη οικονομική δέσμευση, κάτι που το αμερικανικό πολιτικό σύστημα φαίνεται να αδυνατεί να στηρίξει, καθιστώντας την στρατιωτική επέμβαση μια ευκολότερη, αν και μη βιώσιμη, λύση.
Η νέα πραγματικότητα, με την «ασφαλοποίηση» της οικονομίας, οδηγεί σε έναν κόσμο «σφαιρών επιρροής», όπου οι ΗΠΑ δηλώνουν την κυριαρχία τους στο δυτικό ημισφαίριο, αναγνωρίζοντας, κατ’ ουσίαν, παρόμοιες αξιώσεις για τη Ρωσία και την Κίνα στις δικές τους περιοχές.
Η κατάσταση στη Βενεζουέλα, αν και μπορεί να φανεί σαν μια ακραία και απομονωμένη περίπτωση, στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η υπερβολική οικονομική εξάρτηση από την Κίνα μπορεί να προκαλέσει ισχυρές πολιτικές αντιδράσεις από τις ΗΠΑ. Η αμερικανική απουσία από την παροχή οικονομικών αγαθών, και η δυσκολία επανεισόδου σε αυτή την αγορά, αναγκάζουν τις ΗΠΑ να επανεφεύρουν τον ρόλο τους, πιθανόν μέσω στρατιωτικών παρεμβάσεων, οι οποίες όμως δεν επιλύουν τα δομικά αίτια της «οικονομικής εκτόπισης».