Η Κίνα φαίνεται πως είναι ευάλωτη στις απότομες αυξήσεις των τιμών των τροφίμων, οι οποίες προκαλούνται από την κλιματική κρίση και τις διεθνείς συγκρούσεις. Μετά τις προειδοποιήσεις διεθνών οργανισμών ότι ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν επιδεινώνει την παγκόσμια επισιτιστική ανασφάλεια, το Πεκίνο επανεξετάζει τις αντοχές του. Αν και η χώρα διαθέτει επαρκή αποθέματα βασικών σιτηρών, οι αρχές παραδέχονται ότι ο τομέας αντιμετωπίζει δομικά προβλήματα, όπως μια αδύναμη βιομηχανία επεξεργασίας και ελλείψεις σε ποιοτικές καλλιεργούμενες ποικιλίες.
Σύμφωνα με έγγραφο που αναλύει το 15ο πενταετές σχέδιο της Κίνας, αν και δεν παρατηρούνται ελλείψεις αυτή τη στιγμή, οι κίνδυνοι από τις παγκόσμιες διακυμάνσεις των τιμών είναι υπαρκτοί. Ο Liu Huanxin, στέλεχος της Εθνικής Υπηρεσίας Τροφίμων και Στρατηγικών Αποθεμάτων, τόνισε ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η κερδοσκοπία αποτελούν διαρκείς απειλές. Παράλληλα, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα πλοία που μεταφέρουν γεωργικά εφόδια, τα οποία πρέπει να διέρχονται απρόσκοπτα από τα Στενά του Ορμούζ. Ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Maximo Torero, προειδοποίησε ότι τυχόν καθυστερήσεις λόγω του πολέμου που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, θα οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους εισροών και μείωση των αποδόσεων στις καλλιέργειες.
Για την Κίνα, η επισιτιστική ασφάλεια αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα. Παρά το γεγονός ότι η παραγωγή σιτηρών έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές, όπως η σόγια. Για να προστατεύσει τον πληθυσμό των 1,4 δισεκατομμυρίων, το Πεκίνο έχει δεσμευτεί να αυξήσει την ετήσια παραγωγική ικανότητα σιτηρών στα 725 εκατομμύρια τόνους έως το 2030. Στο μέλλον, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση των αποθεμάτων, την έρευνα για νέους σπόρους και τη σταθεροποίηση των τιμών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του κινεζικού αγροτικού τομέα.