Η στρατηγική των ΗΠΑ στη Νότια Σινική Θάλασσα περνά από μια φάση αναπροσαρμογής, με την Ουάσιγκτον να δίνει πλέον μεγαλύτερη έμφαση στη χρήση drones και στις δυνατότητες που προσφέρουν οι στρατιωτικές βάσεις στις Φιλιππίνες. Σύμφωνα με έκθεση του ινστιτούτου South China Sea Strategic Situation Probing Initiative με έδρα το Πεκίνο, οι παραδοσιακές επιχειρήσεις «ελευθερίας ναυσιπλοΐας» μειώθηκαν αισθητά πέρυσι, καθώς το αμερικανικό ναυτικό αντιμετωπίζει περιορισμούς στη συντήρηση και την ανάπτυξη μεγάλων πλοίων, όπως τα αεροπλανοφόρα, λόγω και των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Παρά τη μείωση των ναυτικών διελεύσεων, η περιοχή παραμένει στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος. Το 2024 πραγματοποιήθηκαν μόλις δύο δημόσιες επιχειρήσεις ελευθερίας ναυσιπλοΐας, ενώ το βάρος μετατοπίστηκε στις αεροπορικές αναγνωρίσεις. Συγκεκριμένα, καταγράφηκαν 1.200 αεροπορικές αποστολές, με πολλές από αυτές να απογειώνονται από τη βάση Clark Air Base στις Φιλιππίνες. Η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπως τα MQ-9 Reaper και MQ-4C Triton, αποτελεί πλέον κεντρικό πυλώνα της αμερικανικής στρατηγικής, καλύπτοντας το 30% των συνολικών πτήσεων αναγνώρισης.
Η δραστηριότητα αυτή κλιμακώθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της καθέλκυσης του κινεζικού αεροπλανοφόρου Fujian τον Νοέμβριο. Επιπλέον, οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τη συνεργασία τους με συμμάχους, πραγματοποιώντας συνολικά 122 μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις στην περιοχή, οι 116 εκ των οποίων ήταν διμερείς ή πολυμερείς με τη συμμετοχή χωρών όπως η Γαλλία, η Αυστραλία και η Ιαπωνία. Παρά την αλλαγή μέσων, η έκθεση προειδοποιεί ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις ενδέχεται να γίνουν ακόμα πιο επιθετικές στο μέλλον.