Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία επιχειρεί μια σταδιακή απεξάρτηση από την Κίνα, αντί για έναν πλήρη διαχωρισμό, στο πλαίσιο της τρέχουσας προσπάθειας επανεξοπλισμού της ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της συνόδου της G7 στο Evian-les-Bains της Γαλλίας, οι ηγέτες των Γαλλία, Γερμανία, UK, Ιταλία, ΗΠΑ, Καναδάς και Ιαπωνία δεσμεύτηκαν να μειώσουν δραστικά την εξάρτησή τους από μεμονωμένους προμηθευτές για σπάνιες γαίες και μόνιμους μαγνήτες σε ποσοστό κάτω του 60% έως το 2030, με απώτερο σκοπό το 50%.
Η Κίνα, ως ο κυρίαρχος παραγωγός παγκοσμίως σε κρίσιμα υλικά όπως το γάλλιο, ελέγχει πάνω από το 90% της αγοράς, υλικά που είναι απαραίτητα για ραντάρ, πυραυλικά συστήματα και συστήματα πρόωσης. Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανησυχία, ειδικά μετά την ανακοίνωση του σχεδίου ReArm Europe Plan/Readiness 2030 της ΕΕ, που προβλέπει δαπάνες άνω των 800 δισεκατομμυρίων ευρώ για την άμυνα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα drones, όπου η Κίνα κατέχει το 80% της αγοράς εξαρτημάτων, αλλά και στη νιτροκυτταρίνη για βλήματα πυροβολικού. Στη διεθνή έκθεση αμυντικού υλικού Eurosatory στο Παρίσι, η τάση για εντοπισμό της παραγωγής ήταν κυρίαρχη. Εταιρείες όπως η Thales Group συνάπτουν συνεργασίες με την πολωνική Mesko και τη νοτιοκορεατική Hanwha Aerospace, μεταφέροντας την παραγωγή εντός ευρωπαϊκού εδάφους για να αποφευχθούν γεωπολιτικά σοκ.
Σύμφωνα με αναλυτές, ο διαχωρισμός από τη Ρωσία έχει ολοκληρωθεί, όμως για την Κίνα η διαδικασία είναι πολύ πιο περίπλοκη. Η στρατηγική που ακολουθείται είναι ο περιορισμός κινδύνου (de-risking) και η επιλεκτική απεξάρτηση, με την Ευρώπη να στρέφεται σε αξιόπιστους συμμάχους όπως οι ΗΠΑ, η Νότια Κορέα, ο Καναδάς και η Αυστραλία, προκειμένου να θωρακίσει τις αμυντικές της αλυσίδες εφοδιασμού.