Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν αμοιβή έως και 4 εκατομμύρια δολάρια για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη του Daren Li, ενός κινέζου υπηκόου ο οποίος διέφυγε από τη χώρα μετά την καταδίκη του για ξέπλυμα χρήματος. Η φράση-κλειδί «ξέπλυμα χρήματος» βρίσκεται στο επίκεντρο των ερευνών για τα διεθνή δίκτυα που λυμαίνονται τις οικονομίες ανυποψίαστων πολιτών.
Ο 43χρονος φυγάδας καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο από το αμερικανικό δικαστήριο της Κεντρικής Περιφέρειας της Καλιφόρνια σε 20 χρόνια κάθειρξη. Ο ίδιος είχε δηλώσει ένοχος τον Νοέμβριο του 2024 για συνωμοσία με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από απάτες με κρυπτονομίσματα στη Νοτιοανατολική Ασία. Τον Δεκέμβριο του 2025, ο Li κατάφερε να αφαιρέσει τη συσκευή ηλεκτρονικής επιτήρησης που έφερε και εξαφανίστηκε. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, ο κατηγορούμενος διαθέτει διπλή υπηκοότητα από την Κίνα και το St Kitts and Nevis, ενώ έχει ζήσει κατά καιρούς στην Κίνα, την Καμπότζη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τόνισε ότι τα κέντρα απάτης χρησιμοποιούν υπηρεσίες ξεπλύματος μέσω κρυπτονομισμάτων για να μεταφέρουν παράνομα κεφάλαια από θύματα στις ΗΠΑ, παρακάμπτοντας τους τραπεζικούς ελέγχους. Το δίκτυο του Li φέρεται να διακίνησε τουλάχιστον 73,6 εκατομμύρια δολάρια. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει εντείνει τις προσπάθειές της, δημιουργώντας ειδική ομάδα κρούσης (Scam Centre Strike Force) για να αντιμετωπίσει τη δράση αυτών των οργανώσεων, οι οποίες το 2024 εξαπάτησαν αμερικανούς πολίτες αποσπώντας τους τουλάχιστον 10 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η υπόθεση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου των ΗΠΑ, το οποίο περιλαμβάνει κυρώσεις κατά προσώπων όπως ο καμποτζιανός γερουσιαστής Kok An, αλλά και συνεργασία με την Κίνα, την Ταϊλάνδη και τη Μιανμάρ για τον περιορισμό της εγκληματικότητας στην περιοχή του Mekong, όπου χιλιάδες άνθρωποι εξαναγκάζονται σε εργασία υπό άθλιες συνθήκες.