Η συζήτηση γύρω από την πιθανότητα ένταξης του Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αναζωπυρώθηκε πρόσφατα, με αφορμή τις δηλώσεις του Φινλανδού Προέδρου Alexander Stubb κατά την επίσκεψή του στην πρωτεύουσα του Καναδά. Ο Stubb, σε μια άτυπη συνομιλία με τον Καναδό Πρωθυπουργό Mark Carney, χαρακτήρισε μια τέτοια προοπτική ως «γάμο που έγινε στον παράδεισο», πυροδοτώντας μια σειρά από αντιδράσεις για το αν η ένταξη του Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο.
Ωστόσο, η ιδέα αυτή στερείται ουσιαστικού υποβάθρου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζεται ρητά σε γεωγραφικά ευρωπαϊκά κράτη, και μια τέτοια αλλαγή θα απαιτούσε ομόφωνη απόφαση για τροποποίηση των συνθηκών της ΕΕ. Πέρα από τα νομικά κωλύματα, η παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε ευρωπαίους γραφειοκράτες, επί των οποίων οι Καναδοί δεν ασκούν κανέναν δημοκρατικό έλεγχο, θα αποτελούσε πλήγμα για το καναδικό κοινοβουλευτικό σύστημα.
Η πρόσφατη ιστορία, όπως το Brexit, αποδεικνύει τις δυσκολίες της αποχώρησης από την Ένωση, καθώς οι κανονισμοί της ΕΕ εξακολουθούν να επηρεάζουν τη νομοθεσία των κρατών. Παράλληλα, η περίπτωση της Ουγγαρίας, η οποία δέχεται καθημερινά πρόστιμα από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή επιχειρεί να προτάξει τα εθνικά της συμφέροντα σε θέματα μετανάστευσης, λειτουργεί ως υπενθύμιση της απώλειας αυτονομίας που συνεπάγεται η ένταξη.
Για τον Καναδά, το κόστος θα ήταν διπλό: αφενός η καταβολή χρηματικών εισφορών προς την ΕΕ ως κράτος-δωρητής και αφετέρου ο περιορισμός των βιομηχανιών ενέργειας και γεωργίας από τις αυστηρές ευρωπαϊκές ρυθμίσεις. Αντί για μια εθελούσια ένταξη σε ένα πολιτικό πλαίσιο που στοχεύει στην ομογενοποίηση, ο Καναδάς οφείλει να διατηρήσει την αυτονομία του, προωθώντας μια ανεξάρτητη εξωτερική και εμπορική πολιτική, αποφεύγοντας να γίνει ένα πειραματικό γραφειοκρατικό παράρτημα των Βρυξελλών.