Η Κίνα παρουσίασε πρόσφατα νέους κανονισμούς με σκοπό να περιορίσει την «αδικαιολόγητη» εξωεδαφική εφαρμογή ξένων νόμων, επιχειρώντας να προστατεύσει τα συμφέροντά της από εξωτερικές πιέσεις. Αυτή η κίνηση, που εστιάζει στην νομική θωράκιση, αποτελεί μια σημαντική στροφή από τη μέχρι τώρα διπλωματική στάση του Πεκίνου. Η φράση-κλειδί για την κατανόηση αυτών των εξελίξεων είναι η **εξωεδαφική εφαρμογή νόμων**.
Το πλαίσιο των 20 σημείων, το οποίο τέθηκε σε ισχύ από τις 13 Απριλίου, στοχεύει στον εντοπισμό και την ανάσχεση ξένων μέτρων που θεωρούνται ότι παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο ή απειλούν την κυριαρχία και την ασφάλεια της χώρας. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η Κίνα επιδιώκει πλέον να απαντήσει στις «μακροχρόνιες» παρεμβάσεις και τις κυρώσεις —κυρίως από τις ΗΠΑ— όχι μόνο μέσω διπλωματικών διαύλων, αλλά με δομημένη νομική αντίσταση.
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία των νέων κανόνων είναι η προσπάθεια επίλυσης του λεγόμενου «διλήμματος συμμόρφωσης» που ταλαιπωρεί κινεζικές επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, εταιρείες όπως η Bank of China βρίσκονταν συχνά ανάμεσα σε δύο πυρά, αναγκαζόμενες να συμμορφωθούν είτε με την κινεζική νομοθεσία περί απορρήτου είτε με αμερικανικές δικαστικές αποφάσεις, όπως είχε συμβεί σε παλαιότερη υπόθεση που αφορούσε τον οίκο Gucci. Με το νέο «νομικό δίχτυ», το Πεκίνο παρέχει μια ασπίδα στις εταιρείες του, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αρνηθούν τη συμμόρφωση με ξένες εντολές, αποφεύγοντας έτσι σοβαρές συνέπειες στο εσωτερικό της χώρας.
Παράλληλα, θεσπίζεται μια «Λίστα Κακόβουλων Οντοτήτων» για όσους εμπλέκονται στην προώθηση αθέμιτων ξένων μέτρων, γεγονός που ανησυχεί επιχειρηματικά επιμελητήρια, όπως το European Chamber of Commerce in China. Οι ειδικοί, όπως ο Ryan Mitchell από το Chinese University of Hong Kong, προειδοποιούν ότι το εύρος των κανόνων είναι ιδιαίτερα ευρύ και ασαφές, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει από συμβουλευτικές εταιρείες μέχρι κρατικούς αξιωματούχους. Ενώ η Κίνα υποστηρίζει ότι οι κανόνες αυτοί σταθεροποιούν το εμπόριο, ο αντίκτυπος στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού παραμένει ένα ζήτημα που προκαλεί έντονο προβληματισμό διεθνώς.