Μια ευρεία συμμαχία, η οποία απαρτίζεται από περισσότερους από 250 ειδικούς, γιατρούς και οργανώσεις, ζητά την επιβολή πενταετούς αναστολής της χρήσης της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης στα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ΗΠΑ και Καναδά. Η πρωτοβουλία για την απαγόρευση της τεχνητής νοημοσύνης στα σχολεία βασίζεται σε πρόσφατες έρευνες που υποδεικνύουν ότι η τεχνολογία αυτή μπορεί να υπονομεύσει την εκπαιδευτική διαδικασία και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.
Όπως δήλωσε στο Fortune η Leonie Haimson, εκτελεστική διευθύντρια του Parent Coalition for Student Privacy, οι συνέπειες από τη βιαστική εισαγωγή αυτών των εργαλείων μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες. Οι ειδικοί τονίζουν ότι, παρόμοια με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη ρύθμιση της χρήσης κινητών τηλεφώνων στα σχολεία, η κοινωνία δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει την ανεξέλεγκτη δράση των εταιρειών τεχνολογίας.
Η οργάνωση Fairplay, με έδρα τη Βοστώνη, ηγείται αυτής της προσπάθειας, επισημαίνοντας ότι οποιοδήποτε προϊόν αποτυγχάνει στους ελέγχους ασφαλείας κατά τη διάρκεια της πενταετούς παύσης, θα πρέπει να απαγορεύεται μόνιμα. Η ανησυχία των επιστημόνων εντείνεται καθώς μελέτες από το MIT και το Harvard καταδεικνύουν ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης συσσωρεύει «γνωστικό χρέος», επηρεάζοντας την ικανότητα ανεξάρτητης σκέψης των μαθητών. Επιπλέον, έρευνες του ΟΟΣΑ έδειξαν ότι οι μαθητές που χρησιμοποιούν εργαλεία όπως το ChatGPT έχουν χαμηλότερες επιδόσεις στα τεστ σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν τα χρησιμοποιούν.
Εκτός από τις επιπτώσεις στη μάθηση, οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και για την ψυχική υγεία. Με εταιρείες όπως η Google και η Character.AI να αντιμετωπίζουν ήδη νομικές διώξεις για τη σύνδεση των chatbots με περιστατικά αυτοτραυματισμού, καθίσταται σαφές ότι τα ψηφιακά αυτά προϊόντα στερούνται των απαραίτητων δεοντολογικών και ρυθμιστικών δικλίδων ασφαλείας.