Το αμερικανικό σύστημα υγείας, παρά τις αστρονομικές δαπάνες, παραμένει ένα περίπλοκο και συχνά απροσπέλαστο πεδίο για εκατομμύρια πολίτες. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του 2024, περίπου 27 εκατομμύρια Αμερικανοί ζουν χωρίς καμία ασφαλιστική κάλυψη, ένα ποσοστό που ανέρχεται στο 8,2% του συνολικού πληθυσμού. Αυτή η κατάσταση, που οξύνεται από την αβεβαιότητα σχετικά με την ανανέωση κυβερνητικών επιδοτήσεων, αναμένεται να εντείνει την πίεση στο ήδη τεταμένο σύστημα.
Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει τη δέσμευσή της να μειώσει το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης, ωστόσο, η έλλειψη ενός σαφούς εναλλακτικού πλάνου στο νόμο περί Υγείας (γνωστό ως “ObamaCare”) δημιουργεί αβεβαιότητα. Οι προσπάθειες των Ρεπουμπλικάνων να καταργήσουν τον εν λόγω νόμο, που τέθηκε σε ισχύ το 2010, έχουν αποτύχει επανειλημμένως, με την τελευταία απόπειρα το 2017.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει προτείνει ένα ευρύ σχέδιο που προβλέπει την απευθείας διοχέτευση πόρων στους κατόχους ασφαλιστικών συμβολαίων, αντί στις ασφαλιστικές εταιρείες, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί η προσιτότητα της υγειονομικής περίθαλψης. Αυτό έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή, καθώς η λήξη της κυβερνητικής στήριξης, που τέθηκε σε ισχύ κατά την πανδημία COVID-19, αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών για εκατομμύρια Αμερικανούς. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αύξηση 18% στις ατομικές ασφάλειες, φτάνοντας ενδεχομένως πάνω από 600 δολάρια μηνιαίως, προτού ληφθούν υπόψη οι επιδοτήσεις. Παράλληλα, αναμένεται αύξηση 8,5% στο κόστος των ομαδικών ασφαλίσεων μέσω εργοδοτών.
Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, είναι πιθανό να χαθούν επιπλέον δύο εκατομμύρια ασφαλιστικές καλύψεις το επόμενο έτος, προσθέτοντας τους σε ήδη 27 εκατομμύρια ανασφάλιστους. Η επέκταση της πρόσθετης στήριξης εκτιμάται ότι θα κοστίσει 23 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 και περίπου 350 δισεκατομμύρια δολάρια για την επόμενη δεκαετία.
Το συνολικό ετήσιο κόστος υγειονομικής περίθαλψης στις ΗΠΑ ανέρχεται περίπου σε 5,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 18,5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Ο μέσος όρος δαπάνης ανά άτομο υπερβαίνει τα 15.000 δολάρια ετησίως. Η αύξηση αυτή αποδίδεται σε παράγοντες όπως ο πληθωρισμός, η αυξημένη χρήση υπηρεσιών υγείας και η συνεχής άνοδος των τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων, οι οποίες παραμένουν εκτός κρατικού ελέγχου.
Σήμερα, περίπου 225 εκατομμύρια κάτοικοι των ΗΠΑ, δηλαδή το 66% του πληθυσμού, καλύπτονται από ιδιωτική ασφάλιση, συχνά μέσω εργοδότη, είτε μέσω της αγοράς ασφάλισης υγείας που δημιουργήθηκε από τον νόμο “ObamaCare” είτε απευθείας από ασφαλιστικές εταιρείες. Επιπλέον, περίπου 70-71 εκατομμύρια άνθρωποι επωφελούνται από το πρόγραμμα “Medicaid”, μια συνεργασία ομοσπονδιακής και πολιτειακής κυβέρνησης, που παρέχει κάλυψη σε άτομα με χαμηλό εισόδημα, παιδιά, εγκύους, ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία. Ωστόσο, οι πιστώσεις για το “Medicaid” έχουν υποστεί περικοπές, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς.
Το πρόγραμμα “Medicare” αποτελεί ομοσπονδιακή ασφάλιση για άτομα άνω των 65 ετών, νέους με αναπηρία και ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική νόσο. Υπάρχουν επίσης στοχευμένα προγράμματα για συγκεκριμένες ομάδες, όπως το πρόγραμμα ασφάλισης υγείας για παιδιά, βετεράνους και στρατιωτικούς.
Παρά το υψηλό κόστος, η αμερικανική υγειονομική περίθαλψη χαρακτηρίζεται από ανισότητες και κενά στην κάλυψη, τα οποία εμποδίζουν την επίτευξη καλύτερων υγειονομικών αποτελεσμάτων σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Η χαμηλή κρατική στήριξη, ο πληθωρισμός, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και η μείωση των παρόχων υγείας συντελούν στο εξαιρετικά υψηλό κόστος της υγειονομικής περίθαλψης στις ΗΠΑ.