Στην ψηφιακή εποχή, όπου οι πλατφόρμες streaming όπως το Netflix προσφέρουν ατελείωτες επιλογές ψυχαγωγίας, η ταινία δράσης “War Machine” ξεχωρίζει με την μιλιταριστική και ωμή προσέγγισή της. Αν και η επικαιρότητα ενός πραγματικού πολέμου μπορεί να κάνει κάποιους να διστάσουν, οι δημιουργοί της ταινίας εστιάζουν στην επιστημονική φαντασία, διαφοροποιώντας την από τα συνηθισμένα. Εδώ, ο πόλεμος δεν διεξάγεται μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων, αλλά μεταξύ στρατιωτών και μηχανικών τεράτων που μοιάζουν να προέρχονται από μια άλλη χώρα, παρά από έναν άλλο πλανήτη. Η αισθητική αυτή, που θυμίζει φθηνότερο spin-off των Transformers, προσδίδει στην ταινία μια κάπως γενικευμένη αίσθηση, αλλά ταυτόχρονα την απαλλάσσει από την συχνά κουραστική “θάμβωση” του Netflix.
Γυρισμένη στην Αυστραλία, παρόλο που διαδραματίζεται στο Κολοράντο, και με πρωταγωνιστή τον Alan Ritchson (γνωστό από τον ρόλο του Reacher), η ταινία αποτελεί μια άνετη επιλογή για ένα χαλαρό βράδυ, χωρίς να απαιτεί ιδιαίτερη σκέψη. Σε μια άλλη εποχή, θα είχε προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες, και ο Ritchson, με το επιβλητικό παρουσιαστικό του, θα μπορούσε να είναι ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του Hollywood. Ο ηθοποιός, που έχει υιοθετήσει τον ρόλο του “προοδευτικού ήρωα δράσης”, αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του Arnie, με την φυσική του παρουσία να κυριαρχεί.
Είναι ειρωνικό ότι, ενώ το franchise “Predator” έχει εξελιχθεί σε πιο ποικιλόμορφα εδάφη, αυτή η νέα ερμηνεία επιστρέφει στις ρίζες, με έναν “λευκό, σκληρό, πατριώτη” πρωταγωνιστή, αν και με έναν αξιοσημείωτα σύντομο ρόλο για τον Dennis Quaid. Η αρχική σκηνή, προβλέψιμη μέχρι γελοιότητας, παρουσιάζει τον Ritchson, γνωστό ως “81”, να βρίσκεται στο Αφγανιστάν με τον νεότερο αδελφό του. Η τραγωδία είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Στο παρόν, ο 81 είναι ένας “κουρασμένος” άνθρωπος, εθισμένος σε χάπια, αλλά αποφασισμένος να γίνει Ranger. Κατά τη διάρκεια μιας σκληρής δοκιμασίας, συνειδητοποιεί ότι κάτι πιο σκοτεινό από τον αμερικανικό στρατό τους κυνηγά.
Η εισαγωγή ειδήσεων για έναν αστεροειδή που πέφτει, προμηνύει την εξέλιξη της πλοκής. Η μάχη ξεκινά, και το τέλος είναι εύκολα προβλέψιμο. Η έκπληξη δεν ήταν ποτέ μέρος της εξίσωσης, αλλά η δράση είναι καλά σκηνοθετημένη, με αξιοπρεπή ειδικά εφέ που θα ταίριαζαν και σε μεγαλύτερη οθόνη. Ο σκηνοθέτης Patrick Hughes διατηρεί την ταινία γρήγορη και περιεκτική, αν και κάποιες σκηνές μοιάζουν επαναλαμβανόμενες. Η έλλειψη προσωπικότητας από την πλευρά του “εξωγήινου” μηχανικού, που βασίζεται σε τυπικές διαδικασίες “σάρωσης, στόχευσης, καταστροφής”, αφήνει μια αίσθηση κενού.
Ο Ritchson, αν και εγκλωβισμένος στον ρόλο του “στοιχειωμένου” ήρωα, αποδίδει με την φυσική του παρουσία, παρά με συναισθηματική έκφραση. Το ταξίδι του από την απάθεια στην “παράνοια” δεν καταφέρνει να ανάψει φωτιές. Όπως και η ταινία γύρω του, ο Ritchson κάνει ό,τι πρέπει, προσφέροντας μια υπηρεσία για την στιγμή, αλλά χωρίς να αφήνει αξιομνημόνευτη εντύπωση.