Μια καλλιτέχνιδα στα 30 της, χωρίς ιδιαίτερη αναγνώριση, περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην καλλιτεχνική της πορεία. Μετά την πανδημία, οι ευκαιρίες που είχε πριν εξανεμίστηκαν, ενώ προσωπικά και πολιτικά γεγονότα περιόρισαν τις επαφές και την προβολή της δουλειάς της. Η τέχνη της έχει εξελιχθεί, γίνεται πιο προσβάσιμη και αφηγηματική, κάτι που φάνηκε από την ικανοποίηση που ένιωσε προσφέροντας μια εικονογράφηση σε μια ταμία. Ωστόσο, αμφιβάλλει πλέον για την ικανότητά της να συγκινήσει το κοινό.
Η έλλειψη χρημάτων από την τέχνη, η εξάντληση από την ανάγκη συνεχούς παρουσίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η εξέλιξη της γεννητικής τεχνητής νοημοσύνης (AI) την οδηγούν σε βαθιά υπαρξιακή κρίση. Παρατηρεί ότι ακόμη και καταξιωμένοι καλλιτέχνες δυσκολεύονται, ενώ έργα τους χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση μοντέλων AI χωρίς την άδειά τους, θέτοντας το ερώτημα: “Ποιο το νόημα;”. Νιώθει ότι η τέχνη και οι καλλιτέχνες, οι γελοιογράφοι και οι εικονογράφοι δεν αναγνωρίζονται πλέον στην κουλτούρα μας.
Η Eleanor, απαντώντας, την καλεί να θυμηθεί την αρχική έλξη που είχε για τη δημιουργία, την αίσθηση που προερχόταν από την ίδια την πράξη και όχι από την αναγνώριση ή το χρήμα. Αναγνωρίζει ότι η έλλειψη αναγνώρισης και η οικονομική ανασφάλεια είναι αποθαρρυντικές, αλλά υπογραμμίζει ότι αυτά δεν ήταν ποτέ ο αρχικός σκοπός.
Η Eleanor προτείνει να διαχωριστούν τρία βασικά ερωτήματα:
1. **”Πρέπει να συνεχίσω να προσπαθώ να κάνω την τέχνη κύριο μέρος του εισοδήματός μου;”** Αυτή είναι μια οικονομική απόφαση που βασίζεται στην ψυχρή λογική των αναμενόμενων ωφελειών, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική οικονομική σταθερότητα.
2. **”Πρέπει να συνεχίσω να δημιουργώ τέχνη, ακόμα κι αν δεν είμαι σίγουρη ότι θα αναγνωριστώ ποτέ ως καλλιτέχνης;”** Ενώ η αναγνώριση είναι επιθυμητή, η ιστορία της ταμίας που συγκινήθηκε από την εικονογράφηση αποτελεί απόδειξη ότι η επαφή με το κοινό μπορεί να βρει και άλλους τρόπους, πέρα από ψηφιακά στατιστικά και μετρήσεις της βιομηχανίας.
3. **”Πρέπει να συνεχίσω να δημιουργώ τέχνη;”** Ακόμα κι αν δεν φέρνει χρήματα, αν δεν την εκτιμά ο αλγόριθμος, ή αν επικρατεί αδιαφορία στην κουλτούρα, η απάντηση θα μπορούσε να είναι: “Γιατί να σταματήσω;”