Υπάρχουν στιγμές στη διακυβέρνηση μιας χώρας που αποκαλύπτουν τον στρατηγικό της χαρακτήρα. Η νέα γερμανική κυβέρνηση του καγκελάριου Friedrich Merz παρουσίασε μια τέτοια στιγμή, και ήταν ενθαρρυντική. Όσον αφορά την Ουκρανία, το Βερολίνο κινήθηκε με μια αποφασιστικότητα που θεωρούνταν ανέφικτη για το πολιτικό του “μεταβολισμό”. Όπλα ρέουν. Η αμυντική παραγωγή επεκτείνεται. Η Γερμανία ενισχύει την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, μιλά σαν χώρα έτοιμη να επωμιστεί τα βάρη της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Αντιθέτως, όσον αφορά την Κίνα, η ίδια κυβέρνηση επέδειξε το αντίθετο: δισταγμό, σύγχυση και, πάνω απ’ όλα, έλλειψη κατεύθυνσης. Και η έλλειψη κατεύθυνσης, στη γεωπολιτική, δεν είναι μια αβλαβής προεπιλογή. Είναι μια επιλογή, με συνέπειες.
Η παρούσα κατάσταση των σινο-γερμανικών σχέσεων είναι πολύπλοκη. Η σχέση γνώρισε στιγμές ακμής – και οι δύο πλευρές αναπτύχθηκαν και ευημέρησαν – αλλά οι ισορροπίες δυνάμεων έχουν αλλάξει.
Πόσο περίπλοκα είναι τα πράγματα; Τον προηγούμενο μήνα, για παράδειγμα, ο υπουργός Εξωτερικών Johann Wadephul ανέβαλε την τελευταία στιγμή ένα προγραμματισμένο ταξίδι στο Πεκίνο, την εναρκτήρια επίσκεψή του, αφού οι Κινέζοι αξιωματούχοι προσέφεραν μόνο μία επίσημη συνάντηση, η οποία θεωρήθηκε διπλωματική προσβολή. Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil έσπευσε στο Πεκίνο, επιμένοντας ότι ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί και το εμπόριο να προστατευθεί. Αυτό μετά βίας συνιστά μια σπουδαία στρατηγική Βίσμαρκ.
Για να είμαστε δίκαιοι, ο Merz δεν κληρονόμησε ένα μοντέλο στρατηγικής σαφήνειας. Η προηγούμενη κυβέρνηση ήδη δυσκολευόταν όσον αφορά την Κίνα. Η τελευταία μεγάλη επίσκεψη του πρώην καγκελάριου Olaf Scholz, τον Απρίλιο του περασμένου έτους, ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς δεν πρέπει να διαχειρίζεται κανείς το Πεκίνο. Έφτασε με ένα αεροπλάνο γεμάτο διευθύνοντες συμβούλους και πίεσε για καλύτερη πρόσβαση στην αγορά και ίση μεταχείριση για τις γερμανικές εταιρείες, αλλά ήταν σε γενικές γραμμές ένα άκαρπο ταξίδι. Το Πεκίνο συμφώνησε να ανοίξει περαιτέρω την αγορά του σε γερμανικά αγροτικά προϊόντα – χοιρινό, μήλα και κάποιο βόειο κρέας – αλλά δεν προσέφερε τίποτα ουσιαστικό σχετικά με τη βιομηχανική υπερπαραγωγή, την πρόσβαση στην αγορά ή τον περιορισμό των διπλής χρήσης εξαγωγών προς τη Ρωσία.