Οι ηγέτες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν σε μια νέα χρηματοδοτική δέσμη ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ για την Ουκρανία, η οποία θα διατεθεί κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο ετών. Η απόφαση αυτή, η οποία ελήφθη μετά από εκτεταμένες διαπραγματεύσεις, προβλέπει τη χορήγηση δανείου, το οποίο θα υποστηριχθεί από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Antonio Costa, δήλωσε ότι η χρηματοδότηση θα παρασχεθεί “κατεπειγόντως” και αποτελεί “λύση που υποστηρίζεται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Η νέα αυτή συμφωνία έρχεται μετά από συζητήσεις για το πώς θα καλυφθεί το οικονομικό κενό, καθώς οι αρχικές προτάσεις για την αξιοποίηση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων προσέκρουσαν σε νομικές και διπλωματικές προκλήσεις.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να χρηματοδοτήσει άμεσα τέτοιου είδους μηχανισμούς, επικαλούμενη τους κανονισμούς της Συνθήκης. Η επικεφαλής της ΕΚΤ, Christine Lagarde, τόνισε ότι η “νομισματική χρηματοδότηση δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τη συνθήκη” και δεν μπορεί να επικυρωθεί εξ ορισμού.
Η λύση που τελικά υιοθετήθηκε, αφορά την αύξηση του δημόσιου χρέους της ΕΕ μέσω δανεισμού στις κεφαλαιαγορές, αξιοποιώντας το λεγόμενο “περιθώριο του προϋπολογισμού της ΕΕ”. Ωστόσο, η διεθνής πίεση προς την Ουκρανία για την κάλυψη των αναγκών της, οι οποίες εκτιμώνται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στα 135 δισεκατομμύρια ευρώ για την ίδια περίοδο, υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μπορεί να μην επαρκεί πλήρως.
Η απόφαση αυτή, ενώ παρουσιάζεται ως θετική εξέλιξη από την πλευρά της ΕΕ, προκαλεί ανησυχίες σχετικά με την αποδοχή της από το ευρωπαϊκό κοινό, δεδομένης της οικονομικής επιβάρυνσης που συνεπάγεται για τους φορολογούμενους.