Το Τσαντ προχώρησε σε επίσημη ενημέρωση προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με την απόφασή του να αποχωρήσει από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC). Η κυβέρνηση του Τσαντ κατηγορεί το δικαστήριο με έδρα τη Χάγη για πολιτική μεροληψία, υποστηρίζοντας ότι στοχοποιεί δυσανάλογα τις αφρικανικές χώρες.
Το Υπουργείο Εξωτερικών του Τσαντ χαρακτήρισε την κίνηση αυτή ως «κυρίαρχη απόφαση», η οποία ελήφθη μετά από ενδελεχή επανεξέταση του έργου του δικαστηρίου από το 2002. Σύμφωνα με το Καταστατικό της Ρώμης, η αποχώρηση θα τεθεί σε ισχύ ένα έτος μετά την επίσημη κοινοποίηση. Το Ντζαμένα τόνισε πως η αποτελεσματικότητα του ICC παραμένει περιορισμένη, επισημαίνοντας ότι εννέα από τις 13 έρευνες του δικαστηρίου αφορούσαν αφρικανικά κράτη. Αυτό έχει καλλιεργήσει την εντύπωση ότι το δικαστήριο αποτελεί εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης εις βάρος του Παγκόσμιου Νότου.
Η απόφαση αυτή καθιστά το Τσαντ την πέμπτη χώρα μέσα στον τρέχοντα μήνα που ξεκινά τη διαδικασία αποχώρησης, ακολουθώντας τη Βενεζουέλα και τις χώρες της Συμμαχίας των Κρατών του Σαχέλ (Burkina Faso, Mali και Niger). Αν και η απόφαση έρχεται λίγες ημέρες μετά από αίτημα των Ηνωμένων Πολιτειών προς το Τσαντ να επανεξετάσει τη συμμετοχή του στο ICC, ο υπουργός Εξωτερικών Abdoulaye Sabre Fadoul διέψευσε ότι η κίνηση έγινε κατόπιν αμερικανικής πίεσης. Παράλληλα, το Τσαντ συνεχίζει να αρνείται τις κατηγορίες περί διευκόλυνσης μεταφοράς όπλων προς τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης του Σουδάν.
Από την πλευρά του, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο προειδοποίησε ότι τέτοιες κινήσεις αποδυναμώνουν την παγκόσμια προσπάθεια για απόδοση δικαιοσύνης. Ωστόσο, αναλυτές όπως ο David Nyekorach-Matsanga επισημαίνουν ότι η αξιοπιστία του δικαστηρίου έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, ειδικά από τη στιγμή που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μένουν οι δικοί τους πολίτες εκτός της δικαιοδοσίας του.