Σε κατάσταση διπλωματικής αναμονής βρίσκεται η συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας, καθώς η αιφνιδιαστική παρέμβαση του Αμερικανού Προέδρου Donald Trump έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό. Ενώ αρχικά οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει στη δημιουργία ενός πολιτικού πυρηνικού προγράμματος στο βασίλειο, με στόχο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και την κάλυψη των αναγκών σε κέντρα δεδομένων, ο Trump έθεσε νέα δεδομένα.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 24 Ιουλίου 2026, ο Αμερικανός Πρόεδρος συνέδεσε την έγκριση της συμφωνίας με την απαίτηση για εξομάλυνση των διπλωματικών σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ. Ωστόσο, η θέση του Ριάντ παραμένει σταθερή: η αναγνώριση του Ισραήλ προϋποθέτει μια σαφή πορεία προς την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, μια προοπτική που ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu απορρίπτει κατηγορηματικά.
Η συμφωνία, η οποία προβλέπει μεταφορά αμερικανικής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας με διάρκεια 30 ετών, βρίσκεται πλέον σε «καθεστώς διπλωματικής αναστολής», σύμφωνα με τον αναλυτή του Council on Foreign Relations, Steven Cook. Το ζήτημα είναι κρίσιμο, καθώς η συμφωνία πρέπει να υποβληθεί στο Κογκρέσο των ΗΠΑ για έλεγχο και έγκριση. Σε περίπτωση ναυαγίου, η Σαουδική Αραβία έχει δηλώσει εμμέσως ότι θα μπορούσε να αναζητήσει συνεργασίες με άλλες χώρες, όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Νότια Κορέα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή η Γαλλία.
Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές τεχνικές προκλήσεις, όπως η προμήθεια πυρηνικού καυσίμου και οι απαιτήσεις διεθνούς εποπτείας. Παρόλο που το Ριάντ συμφώνησε σε διμερείς δικλείδες ασφαλείας με τις ΗΠΑ, παραμένει το ερώτημα σχετικά με το εάν η χώρα θα αποδεχθεί το «πρόσθετο πρωτόκολλο» του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) για εκτεταμένους ελέγχους και επιθεωρήσεις.