Οι πρόσφατες περιοριστικές κινήσεις των ΗΠΑ σε θέματα εμπορίου, τεχνολογίας και βίζας με στόχο την Κίνα δεν είναι τυχαίες. Στόχος της κυβέρνησης του Donald Trump είναι να αποκτήσει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα ενόψει της κρίσιμης συνάντησης με τον Xi Jinping, η οποία είναι προγραμματισμένη για τις 24 Σεπτεμβρίου στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι αυτή η επιθετική στρατηγική ενέχει τον κίνδυνο να δυναμιτίσει το κλίμα στις συνομιλίες, όπου αναμένεται να κυριαρχήσει το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης.
Παρά τις εντάσεις, οι δύο υπερδυνάμεις επιδιώκουν να χτίσουν μια νέα βάση «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας», ακολουθώντας τις συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί στην προηγούμενη σύνοδο στο Πεκίνο τον Μάιο. Η Ουάσιγκτον εντείνει διαρκώς τα μέτρα της, αυστηροποιώντας τους κανόνες για τους αμυντικούς εργολάβους που προμηθεύονται κρίσιμα ορυκτά, ενώ κατηγορεί κινεζικές εταιρείες για παράνομη χρήση αμερικανικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, το Πεντάγωνο επέκτεινε τη «μαύρη λίστα» του, απαγορεύοντας σε περισσότερα κινεζικά πανεπιστήμια να λαμβάνουν χρηματοδότηση για στρατιωτική έρευνα, ενώ παράλληλα περιορίζεται η διάρκεια της βίζας για Κινέζους φοιτητές και δημοσιογράφους.
Σύμφωνα με τον Zhao Minghao, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Fudan, η κίνηση αυτή δείχνει ότι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός παραμένει ζωντανός. «Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν αυτά τα μέτρα ως διαπραγματευτικά χαρτιά για να αποκτήσουν το πάνω χέρι», επισημαίνει. Από την πλευρά του, το Πεκίνο εκτιμάται ότι θα απαντήσει με αντίμετρα, αν και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, τόνισε ότι η Κίνα επιθυμεί τη συνεργασία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και απορρίπτει τους εμπορικούς πολέμους.
Στο πλαίσιο των προετοιμασιών για τη σύνοδο, ο Κινέζος υφυπουργός Εξωτερικών Ma Zhaoxu επισκέφθηκε τις ΗΠΑ αυτή την εβδομάδα, πραγματοποιώντας συναντήσεις με κορυφαία στελέχη, όπως ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Christopher Landau και ο υφυπουργός Άμυνας Elbridge Colby. Ενώ το μοντέλο «ανταγωνισμού παράλληλα με διάλογο» φαίνεται να γίνεται η νέα κανονικότητα, παραμένουν ανοιχτά «αγκάθια», με το θέμα της Taiwan να παραμένει η «κόκκινη γραμμή» που μπορεί να δοκιμάσει τις σχέσεις των δύο χωρών.