Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προχώρησε στην απόσυρση των κλητεύσεων που είχαν επιβληθεί σε τρεις δημοσιογράφους των New York Times, σχετικά με τις πηγές τους για ένα δημοσίευμα που αφορούσε το αεροσκάφος Air Force One, το οποίο φέρεται να δωρίστηκε στον Donald Trump από το Κατάρ. Η υποχώρηση αυτή αποτελεί ακόμη μία αποτυχία στις προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει τα μέσα ενημέρωσης που ασκούν κριτική.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας την Πέμπτη, ο δικαστής Arun Subramanian επέκρινε έντονα τους δικηγόρους της κυβέρνησης, χαρακτηρίζοντας τις νομικές τους ενέργειες πρόχειρες. «Οι κλητεύσεις δεν είναι το πρώτο πράγμα που κάνετε· είναι το τελευταίο», δήλωσε εμφανώς ενοχλημένος ο δικαστής, προσθέτοντας πως σε μια αστική δίκη θα είχε ζητήσει την επιβολή κυρώσεων.
Η κυβέρνηση Trump είχε επιδιώξει να κρατήσει τη διαδικασία μυστική, πιέζοντας τους δημοσιογράφους να αποκαλύψουν τις πηγές τους. Η κίνηση αυτή προκάλεσε έντονες ανησυχίες για την ελευθερία του Τύπου στις ΗΠΑ. Ωστόσο, παρόμοιες προσπάθειες έχουν απορριφθεί επανειλημμένα από τα δικαστήρια, με την κυβέρνηση να αποσύρει πρόσφατα ανάλογες κλητεύσεις κατά δημοσιογράφων της Washington Post και της Wall Street Journal.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένα δημοσίευμα για ένα παλαιότερο μοντέλο του Air Force One που χρησιμοποίησε ο Donald Trump επιστρέφοντας από μια σύνοδο στην Turkiye, αντί για το νέο αεροσκάφος που δωρίστηκε από το Κατάρ. Σύμφωνα με αναφορές, η νέα πτέρυγα του αεροσκάφους, για την οποία η κυβέρνηση δαπάνησε 400 εκατομμύρια δολάρια για αναβαθμίσεις, στερείται κρίσιμων συστημάτων ασφαλείας, όπως αντιπυραυλικές δυνατότητες. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ υποστήριξε πως στόχος της έρευνας είναι όσοι διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες και όχι οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι.