Η «ασφαλής διέλευση» στα Στενά του Ορμούζ, όπως περιγράφεται στο πρόσφατο μνημόνιο συνεργασίας, αποδεικνύεται στην πράξη ένας εύθραυστος όρος που αδυνατεί να αποτρέψει την κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Μόλις τρεις εβδομάδες μετά την υπογραφή της συμφωνίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν εκ νέου σε αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, ενώ οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν πυρά κατά στρατιωτικών βάσεων στον Κόλπο. Παράλληλα, ο Donald Trump έχει προτείνει την επιβολή «φόρου προστασίας» 20% στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά, μια κίνηση που πολλοί αναλυτές θεωρούν ως τη λογική κατάληξη μιας συμφωνίας που σχεδιάστηκε για να υπογραφεί, αλλά όχι για να εφαρμοστεί.
Το επίμαχο άρθρο 5 του μνημονίου υπόσχεται «ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων», χωρίς όμως να διευκρινίζει ποιος αναλαμβάνει τη διοίκηση ή τους όρους της ναυσιπλοΐας. Το κενό αυτό επιτρέπει στο Ιράν να διεκδικεί τον έλεγχο, προαναγγέλλοντας πιθανές χρεώσεις για «υπηρεσίες ασφαλείας», οι οποίες θα μπορούσαν να αποφέρουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η νομική πραγματικότητα όμως παραμένει περίπλοκη, καθώς τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν διεθνή δίοδο και καμία χώρα δεν μπορεί να περιορίσει μονομερώς τη διέλευση.
Το μνημόνιο, αντί να επιλύσει τη διαμάχη δεκαετιών σχετικά με το νομικό καθεστώς των Στενών, υιοθέτησε μια «εποικοδομητική ασάφεια» που επέτρεψε σε κάθε πλευρά να ερμηνεύει τους όρους κατά το δοκούν. Ως αποτέλεσμα, η αποτροπή μέσω στρατιωτικής ισχύος έχει αντικαταστήσει το δίκαιο της θάλασσας. Η προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί μια συμφωνία προσωρινής παύσης εχθροπραξιών ως μόνιμο ρυθμιστικό πλαίσιο για έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη αποδείχθηκε ανέφικτη, οδηγώντας σε έναν νέο κύκλο συγκρούσεων που θέτει σε κίνδυνο την παγκόσμια ναυτιλία.